Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναρχία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναρχία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4 Ιαν 2013

(Μικρό διάλλειμα για διαφημίσεις)

Πριν συνεχιστεί η σειρά κειμένων που στοχεύουν σε μια προσπάθεια κριτικής κατανόησης των βαθύτερων αιτιών της οικονομικής κρίσης, πιστεύω πως ήρθε η ώρα να εμβολίσω την αφήγηση με κάποιες επεξηγήσεις.

Όπως αναφέρθηκε από την αρχή, το κείμενο είναι το αποτέλεσμα μιας μελέτης και έρευνας που έχει κρατήσει σχεδόν ένα χρόνο τώρα. Η αρχική ιδέα για μια τέτοια δουλειά καθοδηγήθηκε από δύο παράγοντες: ο ένας αφορούσε την ανάγκη προσωπικής κατανόησης της κρίσης, και ο άλλος την (σύντομη δυστυχώς) απόπειρα να δημιουργηθεί ένα νέο έντυπο στον ελλαδικό χώρο. Στα πλαίσια των συναντήσεων αυτών, με πάνω-κάτω 12-15 συντρόφους/ισσες και φίλους/ες, είχε κριθεί αναγκαίο να ασχοληθούμε με την κρίση με έναν τρόπο που αφενός κάλυπτε τις δικές μας ανάγκες κατανόησης και που ταυτόχρονα ξεπερνούσε τις εμφανείς ελλείψεις που διαπιστώναμε στο ευρύτερο ανταγωνιστικό κίνημα στην ελλάδα. Το αποτέλεσμα της δουλειάς θα ήταν, υποτίθεται, ένα συλλογικό και διαλεκτικό συνονθύλευμα απόψεων και σημείων. Το "εγχείρημα" αυτό εγκαταλείφθηκε μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, για λόγους που δεν είναι της παρούσης αλλά που μεταξύ άλλων άπτονται, κατά την γνώμη μου, της ευρύτερης αναποφασιστικότητας και έλλειψης που κυριαρχεί στο ανταγωνιστικό κίνημα, ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με την παραγωγή θεωρίας.

Ο, κατά βάση, ακτιβίστικος χαρακτήρας του αντιεξουσιαστικού/κομμουνιστικού χώρου στην ελλάδα αισθάνεται αμήχανα απέναντι στην θεωρητική δουλειά. Παρόλο που η ανάγκη ύπαρξης θεωρίας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στα σοβαρά από κανέναν, τα πράγματα αλλάζουν όταν περνάμε από την ευκολία της αναπαραγωγής υπάρχουσων προσεγγίσεων στην δυσκολία της παραγωγής νέων. Αυτή η διαδικασία εμπεριέχει μια αναγκαστική "ανάληψη ευθύνης" για όσα ειπώνονται και γράφονται, μια συνθήκη που ξενίζει αρκετούς. Συνηθισμένοι καθώς είμαστε οι περισσότεροι να λειτουργούμε αλεξιπτωτικά απέναντι στην επικαιρότητα και τις ανάγκες ενός κινήματος που δεν χάνει ευκαιρία να αυτο-αποκαλείται ανταγωνιστικό/εξεγερσιακό, οι πρωτοβουλίες που παίρνονται αφορούν κατά πλειοψηφία πρακτικές ενασχολήσεις. Η θεωρητική δουλειά εξαντλείται είτε σε αναμασήματα (κακοχωνεμένων ή μη) αντιλήψεων, είτε σε εκείνους που ήδη θεωρούνται "ειδικοί".

Υπάρχει μια φοβία απέναντι στην "θεωρία", η οποία κατά συνέπεια της προσδίδει μεταφυσικές ιδιότητες. Για κάποιον περίεργο λόγο, ο οποίος δεν έχει προσεγγιστεί κατάλληλα, η παραγωγή θεωρίας κουβαλάει μια σοβαροφάνεια και, αντίστοιχα, μια ροπή προς το αλάθητο. Δεν επιτρέπεται να κάνεις λάθος, να εκφράσεις αντιφάσεις, να έχεις μια παιχνιδιάρικη διάθεση. Σε αντίθεση με τις πρακτικές μας ενασχολήσεις, για τις οποίες όλοι και όλες αρεσκόμαστε να γκρινιάζουμε (αλλά όχι και να κριτικάρουμε) σε κάθε βήμα, η θεωρητική επεξεργασία δεν επιδέχεται τέτοιες αμφιταλαντεύσεις. Με αυτή την νοοτροπία (ή και με τις δικαιολογίες που πηγάζουν από μια τέτοια νοοτροπία), το αποτέλεσμα είναι μια φτώχεια η οποία δεν μπορεί πλέον να γίνει ανεκτή.

Η οικονομική, και συνεπακόλουθα κοινωνική, κρίση που είναι εκρηκτικά εμφανής στην Ελλάδα και η οποία έχει αρχίσει να κάνει την απειλητική της εμφάνιση και σε άλλες χώρες, δεν μας αφήνει κανένα απολύτως περιθώριο ευφησυχασμού και σκαλώματος στους παλιότερους ρόλους που τόσο μας βόλευαν. Τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά και πρέπει να γίνει κατανοητό πως δεν συζητάμε πλέον για την τάδε φοιτητική πορεία, ή για το τάδε αντιπολεμικό συλλαλητήριο, συγκυρίες οι οποίες μας επέτρεπαν να κρατάμε αποστάσεις. Οι ζωές όλων έχουν επηρεαστεί από τον κατακλυσμό της κρίσης, και σε πολλές περιπτώσεις αμετάκλητα. 

Η ανάγκη να κοιτάξουμε στο μέλλον, που έχει ανοιχτεί μπροστά μας με εναν ιστορικό τρόπο άνευ προηγουμένου, μας έχει αναγκάσει (τόσο τους ανθρώπους πίσω από το cognord όσο και τους συντρόφους και τους φίλους με τους οποίους συμ-πορευόμαστε τόσα χρόνια) να ξεχάσουμε κάποιες από τις πολιτικές και θεωρητικές "παραδόσεις" που μας κατέστησαν αυτό που είμαστε σήμερα. Με αυτό τον τρόπο, ξεχάσαμε πως η θεωρητική δουλειά είναι και αυτή διαλεκτική με όλη την σημασία της λέξης, είναι ένας δρόμος που διανθίζεται από λάθος εκτιμήσεις, κακό- ή καλό-αντεγραμμένες απόψεις, και ένα σκασμό άλλες μαλακίες. Αυτή είναι η απαραίτητη διαδρομή. Κι όμως, παρόλο που δεν είμαστε επαγγελματίες της θεωρίας, και δεν θελήσαμε και ποτέ να γίνουμε τέτοιοι, αρνούμαστε να κάνουμε αυτό το μετέωρο βήμα.

Η θεωρητική δουλειά δεν προκύπτει ex nihilo. Αντιθέτως είναι μια διαδικασία που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την αντιγραφή, την λογοκλοπή, ακόμα και την αλλοίωση υπαρκτών κειμένων για τους λόγους που επιβάλλει μια νέα συνθήκη. Έτσι λοιπόν κινείται και η σειρά κειμένων για την κρίση που δημοσιεύεται σε συνέχειες στο cognord. Κατά την έρευνα, αλλά και την συγγραφή του κειμένου, έχω κλέψει, αντιγράψει, ή και αλλοιώσει μέρη ή αυτούσια κομμάτια από κείμενα τα οποία θεώρησα χρήσιμα. Κάποια από αυτά δεν υπάρχουν στα ελληνικά, αλλά δεν υπήρχε λόγος να μεταφραστούν ολόκληρα. Άλλα μπορεί και να υπάρχουν, αλλά υπήρχαν διαφωνίες όσων αφορά κάποια συμπεράσματα ή επιμέρους παρατηρήσεις. Όπως και να έχει, και αυτό είναι το βασικότερο σημείο, ο στόχος είναι να επιτευχθεί μια νέα σύνθεση η οποία χρησιμοποιεί όλες τις ενδιαφέρουσες πηγές (καθώς και όσες ανεπαίσθητα βρίσκονται κλειδωμένες στο μυαλό μας χωρίς να τις αποδίδουμε βιβλιογραφικά) ώστε να παραχθεί κάτι που, όσο και αν πηγάζει από αλλού, παραμένει στην τελική του μορφή κάτι καινούριο. Το αν θα έχει λάθη ή αντιφάσεις, το αν θα καταφέρει να πείσει και να επηρεάσει -εν μέρει ή στο σύνολο του- είναι κάτι που αφορά πάνω από όλα εκείνους και εκείνες που το διαβάζουν, και πιο σημαντικά, εκείνους και εκείνες που επιλέγουν να το κριτικάρουν, να το διορθώσουν, να το εμπλουτίσουν.

"We forget terror too easily" (Le Carre)
Η παραγωγή θεωρίας έχει και ένα άλλο χαρακτηριστικό: είναι μια διαρκής διαδικασία αφαίρεσης. Είναι αποτέλεσμα μιας απαραίτητης αποστασιοποίησης από τα τεκταινόμενα, δύο βήματα πίσω από την πρακτική, με στόχο όμως να ξαναβρεθούμε δύο βήματα μπροστά σε μια αλληλουχία εναλλαγών.

Οι προσωπικές μας αφηγήσεις από την κρίση δεν έχουν να κάνουν ούτε με τα τοξικά ενυπόθηκα δάνεια της αμερικής, ούτε με την αδυναμία καπιταλιστικής συσσώρευσης ή και τις αφαιρετικές αντιφάσεις της καπιταλιστικής σχέσης. Αυτά τα βιώνουμε μόνο δευτερευόντως, σαν υποκείμενα που είχαμε την ατυχία και την τύχη να βρεθούμε στο επίκεντρο ενός ξεσπάσματος αυτών των αντιφάσεων. Είναι οι αιτίες που μας οδηγούν σε ανατρεπτικές διαδρομές, οι οποίες όμως δεν είναι άμεσες και χειροπιαστές. Οι άμεσες εμπειρίες μας έχουν να κάνουν με τις συγκρούσεις που ζήσαμε στους δρόμους της μητρόπολης, με τα χαμόγελα που χαρίζουμε ο ένας στην άλλη όταν βιώσαμε κάτι έντονο, με τις απογοητέυσεις όταν νιώσαμε ηττημένοι. Έχουν να κάνουν με μια υφέρπουσα απόγνωση όταν δεν καταφέρνουμε να ζούμε με όρους που επιλέγαμε παλιότερα, με στεναχώριες και απώλειες. Έχουν να κάνουν και με κάποια αγάπη ή εγγύτητα που παρέμεινε ανείπωτη γιατί την παρέσυρε ο κακοποιός χρόνος. Είναι όμως σαφές πως η αμεσότητα αυτών των εμπειριών δεν αρκεί για να καταλάβουμε ούτε τι συμβαίνει τώρα, ούτε και τι θα έρθει στο μέλλον.

Φευγοντας από την Ελλάδα πριν από καποιους μήνες, δεν προσπάθησα να αντιμετωπίσω μόνο κάποια προσωπικά αδιέξοδα, αλλά και να πραγματοποιήσω αυτή την απαραίτητη απόσταση από αυτή την αμεσότητα, από την "τυρρανία της οικειότητας". Γράφοντας λοιπόν απο (χιλιομετρική) απόσταση, επιχειρώ να εστιάσω σε εκείνες τις πτυχές της κρίσης που δεν φωτίζονται (ακόμα) από τα οδοφράγματα και τις φωτιές, που δεν υποχωρούν όταν αισθανόμαστε απομονωμένοι ή απογοητευμένοι, που δεν επηρεάζονται από τον εκνευρισμό, την μιζέρια ή την μοναξιά μας. Μπορεί αυτή η διαδικασία να βοηθήσει σε κάτι; Κανείς δεν ξέρει. Το ταξίδι όμως αξίζει γιατί ακόμα και έτσι, από απόσταση, χτίζουμε σχέσεις.

6 Οκτ 2012

Περί πολιτικής αστάθειας

 Παρατηρώντας την Ελλάδα από το εξωτερικό, θα μπορούσε κάλλιστα να πει κάποιος πως η χώρα παρουσιάζει τρομακτική πολιτική αστάθεια.

Μια χούφτα απεργοί μιας από τις πιο κεντρικές παραγωγικές δραστηριότητες της χώρας εφορμούν ανενόχλητοι στο Υπουργείο Αμύνης, συγκρούονται με την (καθυστερημένη) αστυνομία, και όσοι συλλαμβάνονται αφήνονται την επόμενη μέρα, αφού οι συνάδελφοι τους και πλήθος αλληλέγγυων έχουν "πολιορκήσει" και την ΓΑΔΑ.

Από την άλλη, ένα ανοιχτά φασιστικό και ρατσιστικό κόμμα παίζει σε διπλό ταμπλό: από την μία εξαπολύει τους αυστραλοπίθηκους του στον δρόμο, σε μια φαινομενική (1) υποκατάσταση του νόμου και της τάξης, και από την άλλη, από το σεβαστό βήμα της βουλής κάνει "αντί-κοινοβουλευτική" προπαγάνδα, φτάνοντας σε φαντασιόπληκτες ρήσεις του τύπου "όταν έρθουμε εμείς στα πράγματα...", και παραληρώντας περί της πρακτικής δυνατότητας της Ελλάδας να παίξει κρίσιμο γεωπολιτικό ρόλο στην περιοχή, λόγω των ανεξάντλητων πλουτοπαραγωγικών πηγών (πετρελαίου, κ.α.) που παραμένουν αδρανή στα βάθη της Αιγαίου.

Η πρώτη ανοιχτή και δημόσια αντιπαράθεση του ριζοσπαστικού χώρου με τις φασιστικές και ρατσιστικές πρακτικές συναντά μια αδιανόητη χορωδία αστυνομικής καταστολής και δικαστικής αυθαιρεσίας, επιβεβαιώνοντας και στον πιο καχύποπτο την κυρίαρχη πολιτική του κράτους απέναντι στα "άκρα", την οποία είχε ξεστομίσει σε ανύποπτο χρόνο ο πρώην Υπουργός ΠροΠο πριν κάποιους μήνες: το μοναδικό πρόβλημα, μας είχε ενημερώσει τότε ο Υπουργός, με τις φασιστικές συμμορίες είναι ότι ενεργοποιούν το αντίθετο άκρο και προκαλείται έτσι μια περαιτέρω "ανομία".

Την ίδια στιγμή το ΠΑΣΟΚ, ο κυρίαρχος πόλος στελέχωσης του κρατικού μηχανισμού της Ελλάδας των τελευταίων 30 χρόνων, διασύρεται ανεπανόρθωτα από γελοία σκάνδαλα, με αποτέλεσμα κάποια εναπομείναντα στελέχη να αντιδρούν σπασμωδικά χειροτερεύοντας την ήδη κακή εικόνα τους, άλλα στελέχη να εγκαταλείπουν το βυθιζόμενο πλοίο, και άλλα να αυτοκτονούν. Η σμίκρυνση αυτού του κυβερνητικού κόμματος σε αστεία καρικατούρα της ιστορικής του διαδρομής σίγουρα προκαλεί ρωγμές στο κρατικό κατεστημένο, των οποίων το αποτέλεσμα εντείνει τις ήδη υπάρχουσες κοινωνικές (αν)ισορροπίες.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, μια κορυφαία εφημερίδα του αστικού τύπου "αποκαλύπτει" πως η Ελλάδα απέφυγε στρατιωτικό πραξικόπημα στο τσακ, ρίχνοντας έτσι άφθονο λάδι στην φωτιά της κοινωνικής αρρυθμίας, προσθέτοντας την τελευταία πινελιά στον πίνακα της πολιτικής αστάθειας, την φημολογία της ανεξέλεγκτης κατηφόρας και των πιθανών αλλαγών που μπορεί να συμβούν στο μέλλον.

Μήπως όμως όλη αυτή η συζήτηση περί πολιτικής αστάθειας και η θεαματική χρήση του όρου δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια σιωπηρή και ασυνείδητη αποδοχή της κυρίαρχης ιδεοληπτικής προπαγάνδας περί της συνεχιζόμενης ανομίας ως βασικότερο κοινωνικό πρόβλημα της Ελλάδας; Προφανώς, μια θολή και συγχυσμένη αναφορά σε αυτά τα γεγονότα προκαλεί ένα δέος: επιθέσεις σε υπουργεία, άνοδος της φασιστικής δεξιάς, φημολογίες περί πραξικοπημάτων, άγρια καταστολή οποιασδήποτε αντίδρασης, συνέχιση των μέτρων λιτότητας, καλέσματα από πασοκοθρεμμένους συνδικαλιστές περί γενικής απεργίας διαρκείας και καταλήψεων των βασικών πυλώνων του κρατικού μηχανισμού. Αλλά η έννοια της πολιτικής αστάθειας χρειάζεται περαιτέρω επεξεργασία. 

***

Τα τελευταία 3 χρόνια έχει υπάρξει μια άνευ ιστορικού προηγουμένου, σε παγκόσμιο επίπεδο, υποτίμηση: μειώσεις μισθών, συντάξεων και παροχών· δραματική πτώση της καταναλωτικής δύναμης, με καταστροφικό αντίκτυπο στην επιχειρηματική μικρο-ιδιοκτησία· στασιμότητα ή και αύξηση των τιμών με συνεπακόλουθο την κατρακύλα του βιοτικού επιπέδου· κάθετη αύξηση της φορολογίας· κατάρρευση του (ήδη προβληματικού) κοινωνικού κράτους μέσω μιας συστηματικής αποσυναρμολόγησης του συστήματος υγείας και εκπαίδευσης· τρομακτική αύξηση της ανεργίας· ένταση της κατασταλτικής πλευράς του κρατικού μηχανισμού· ραγδαία αύξηση της κοινωνικής αποδοχής φασιστικών/ρατσιστικών αντιλήψεων και πρακτικών.

Αυτές οι εξελίξεις έχουν απαντηθεί με μια σειρά από αγώνες: γενικές απεργίες, καταλήψεις δημοσίων κτιρίων και νοσοκομείων, άγριες συγκρούσεις με την αστυνομία, απαλλοτριώσεις και εμπρησμοί, από-νομιμοποίηση της πολιτικής σκηνής, συνελεύσεις γειτονιάς, έφοδοι σε σούπερ μάρκετ, το κίνημα στις πλατείες, τεράστια άνοδος της εκλογικής δύναμης της κοινοβουλευτικής αριστεράς, κατά τόπους εργασιακές αντιπαραθέσεις, απόπειρες αυτό-διαχείρισης, αλληλέγγυα οικονομία, πρόσκαιρη αλλά γενικευμένη ανυπακοή. Σίγουρα κάποιες από αυτές τις αντιδράσεις απέχουν από το να κατέχουν ουσιαστικά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά, αλλά προς το παρόν αυτό δεν έχει άμεση σημασία. Αυτό που έχει σημασία στην συγκεκριμένη αναφορά είναι πως οι παραπάνω αντιδράσεις έγιναν αντιληπτές (από τους συμμετέχοντες ή/και από τους θεατές τους), είτε σε πραγματικό επίπεδο είτε σε φαντασιακό/συμβολικό επίπεδο, ως απόπειρες ανατροπής της πολιτικής της λιτότητας και (ως πιθανές) εναλλακτικές απαντήσεις στην οικονομία της κρίσης.

Τόσο τα μέτρα που έχουν παρθεί, όσο και οι αντιδράσεις σε αυτά, παραμένουν άνευ προηγουμένου σε ένταση και συνέπειες. Την ίδια στιγμή όμως, αν επιχειρήσουμε μια κάποια αποτίμηση των αγώνων ενάντια στα μέτρα, το συμπέρασμα είναι πως η γενικευμένη αντίσταση δεν έχει καταφέρει να ανακόψει την συστηματική υποτίμηση.

Οι αγώνες πού έχουν ξεσπάσει (και στους οποίους συμμετέχουν ο ριζοσπαστικός χώρος, η αριστερά και ένα ετερογενές πλήθος ενός πρόσφατα προλεταριοποιημένου πληθυσμού) έχουν γεννήσει ελπίδες, έχουν τονώσει κατά καιρούς το ηθικό των ανθρώπων που εμπλέκονται σε αυτούς, έχουν δημιουργήσει νέες κοινωνικές σχέσεις και νέους τρόπους συνύπαρξης. Αλλά, παρά την δυναμική ένταση τους, δεν έχουν καταφέρει να πάρουν πίσω ούτε 50 ευρώ από τις περικοπές σε μισθούς, συντάξεις και επιδόματα· δεν έχουν αντιστρέψει παρά πρόσκαιρα την υποτίμηση της καταναλωτικής δύναμης, της αύξησης των τιμών ή και της φορολογικής επίθεσης· δεν έχουν καταφέρει να αντισταθούν στην καταρράκωση του συστήματος υγείας και εκπαίδευσης· δεν έχουν βρει τρόπους να αντισταθμίσουν την άνοδο της ανεργίας (έστω και με κοινωνικές πολιτικές που άπτονται της ρεφορμιστικής αριστεράς)· δεν έχουν καταφέρει να συνενωθούν δυναμικά απέναντι στην αυξανόμενη καταστολή και στα ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά του καθεστώτος· δεν έχουν δείξει σημάδια (παρά μόνο περιστασιακά) μιας επιτυχούς αντιπαράθεσης με τις φασιστικές συμμορίες.

Αντιθέτως, αυτό που βλέπουμε να αναδεικνύεται εδώ και κάποιους μήνες στο ερειπωμένο τοπίο της κοινωνικής και ταξικής σύγκρουσης είναι μια αμηχανία και απογοήτευση, μια πρόσκαιρη αλλά ουσιαστική πρόσδεση στο εκλογικό θέαμα, μια εναπόθεση της ελπίδας ανατροπής της λιτότητας σε μορφές αντίστασης που θεωρούν κάθε ριζοσπαστική πρόταση ή πρακτική ανεδαφική και μη-ρεαλιστική. Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα της λιποψυχίας της αριστεράς, η οποία ποτέ δεν είχε και ριζοσπαστικές αξιώσεις, αλλά περισσότερο της απογοήτευσης από την αποτυχία των έως τα τώρα τρόπων αντίδρασης.

Ταυτόχρονα, έχουμε μια απειλητική και ουσιαστική άνοδο του κοινωνικού κανιβαλισμού, την δημιουργία μιας ψευδούς αντί-συστημικής ρητορικής με ξεκάθαρα ρατσιστικές πρακτικές, την έμμεση επαναφορά του εθνικού κρατικού μηχανισμού ως διαμεσολαβητή/προστάτη που καλείται να επανορθώσει τα κακώς κείμενα της οικονομίας (μια εξέλιξη η οποία ανήκει τόσο στην ακροδεξιά ρητορεία όσο και στην ρεφορμιστική αριστερά).

***

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η γλώσσα της εξουσίας έχει όντως γίνει συνολικά ρεφορμιστική, με την έννοια πως το αίτημα για «κάθαρση», για συνολική αλλαγή του «συστήματος» διακυβέρνησης και οικονομικής διαχείρισης, ανήκει πλέον στα χείλη όλων εκείνων των οποίων επάγγελμα είναι να υπερασπιστούν τις κοινωνικές σχέσεις του καπιταλισμού.

Εκεί που παλιότερα υπόσχονταν μόνο την ευτυχία σε πολύ δελεαστικές τιμές, τώρα δεν κάνουν άλλο από το να αναγνωρίζουν τις αποτυχίες του συστήματος. Ξαφνικά, οι διαχειριστές των κοινωνικών σχέσεων ανακάλυψαν πως τα πάντα πρέπει να αλλάξουν, επιδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο πως ο πληθυσμός έχει χάσει κάθε εμπιστοσύνη στις κυβερνήσεις του. Εφιστούν όμως την προσοχή μας στο γεγονός πως μόνο αυτοί είναι ικανοί να επιτύχουν αυτές τις απαιτούμενες αλλαγές, καθώς μονάχα αυτοί έχουν την απαραίτητη εμπειρία και τα κατάλληλα μέσα για κάτι τέτοιο.

Αυτοί που διαχειριζόντουσαν δηλαδή την οικονομία και τις αντιφάσεις της για τόσο καιρό, εμφανίζονται ως οι πλέον κατάλληλοι για να διαχειριστούν την κρίση αυτής της οικονομίας, μέσω της απειλής πως οποιαδήποτε εναλλακτική απλά οδηγεί στην απόλυτη καταστροφή και την έλευση του εωσφόρου επί της γης. Η διαδικασία της αναγνώρισης των κακών κειμένων της οικονομίας και της διακυβέρνησης γίνεται βέβαια με ιδιαίτερη προσοχή, ασχέτως των φαινομενικά αντικρουόμενων προσεγγίσεων περί αυτής. Ανισότητες και δυσλειτουργίες οι οποίες εξέθρεψαν τους κρατικούς λειτουργούς και τις καπιταλιστικές σχέσεις στην προηγούμενη περίοδο εμφανίζονται –δια στόματος των ιδίων– ως σημεία απαραίτητης χειρουργικής επέμβασης, υποσχόμενοι πως (μέσω από τις απαραίτητες θυσίες που πρέπει να κάνουν οι προλετάριοι) οι νέοι σωτήρες μας θα μας γλιτώσουν από τις καταστροφικές συνέπειες που οι ίδιοι παράγουν μαζικά.

Η ανάγκη όμως για μεταρρύθμιση του συστήματος δεν είναι μια κοροϊδία που εκτοξεύουν οι υπερασπιστές του για να ρίξουν στάχτη στα μάτια των προλετάριων. Αντικατοπτρίζει αντιθέτως κοινωνικές διεργασίες που είναι ήδη εν κινήσει. Απλά, αυτό που πρέπει να εξασφαλιστεί είναι πως όποιες αλλαγές και αν είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθούν, πρέπει να παραμείνουν υπό τον σαφή έλεγχο των ίδιων αφεντικών. Ή μήπως όχι;

***

Οι εξελίξεις στην πολιτική αρένα του τελευταίου χρόνου θέτουν υπό αμφισβήτηση την θεωρία περί πολιτικής αστάθειας. Αυτό που γίνεται από κάποιους αντιληπτό ως μια ιστορική μεταστροφή των πολιτικών δεδομένων, που διαταράσσει την ισορροπία του μεταπολιτευτικού σκηνικού, μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητό ως μια απόδειξη της τρομακτικής ελαστικότητας της πολιτικής εξουσίας της καπιταλιστικής τάξης, η οποία δεν φοβάται να θυσιάσει ακόμα και τους πιο αποδεδειγμένα ικανούς υπηρέτες της προκειμένου να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις (βλ. συνολική υποτίμηση) που έχει επιλέξει. Οι αλλαγές του πολιτικού (θεατρικού) σκηνικού, αλλά και οι κυβερνήσεις που προκύπτουν από αυτή την διαδικασία, δεν επιδεικνύουν μια αδυναμία του συστήματος να αντλήσει συναίνεση απέναντι στην συνολική επίθεση εναντίον των προλετάριων. Αντιθέτως, δείχνουν πως είναι έτοιμοι να κάνουν οποιαδήποτε θυσία προκειμένου οι βασικοί πυλώνες της λιτότητας και της καταρράκωσης του βιοτικού επιπέδου να παραμείνουν σταθεροί.

Αν η έννοια της πολιτικής σταθερότητας γίνεται κατανοητή ως η αδιάκοπη εναλλαγή του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ ως κυβερνητικά κόμματα στον αιώνα τον άπαντα, τότε όντως το πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα έχει αλλάξει και παρουσιάζει αστάθεια. Αν όμως κατανοήσουμε την πολιτική σταθερότητα ως την απαραίτητη συνέχιση της οικονομικής λιτότητας, ακόμα και αν είναι απαραίτητο να αλλάξουν τα πρόσωπα τα οποία την επιβάλλουν και την διαχειρίζονται, τότε η πραγματική απορία είναι πως έχουν επιβάλλει την συνεχιζόμενη ύφεση με τόση σταθερότητα. Αν η έννοια της σταθερότητας έχει να κάνει με την έλλειψη ταξικών συγκρούσεων, και της γενικευμένης «ανομίας» που οι αγώνες αυτοί εμμέσως προκαλούν, τότε όντως η Ελλάδα διανύει μια περίοδο οξυμένης αστάθειας. Αν όμως η σταθερότητα αφορά στην αδιάκοπη συνέχιση των καπιταλιστικών σχέσεων και των πολιτικών της συστηματικής υποτίμησης του προλεταριακού πόλου, τότε είμαστε αναγκασμένοι να παρατηρήσουμε πως η καπιταλιστική σχέση και ο κρατικός της μηχανισμός παραμένουν άθικτοί –αν δεν ενδυναμώνονται κιόλας. 

***

Αν υπάρχει κάποια αστάθεια στην σημερινή κατάσταση, αυτή δεν οφείλεται ούτε στην ιστορική εξαφάνιση του ΠΑΣΟΚ ως κόμμα εξουσίας, ούτε στις φήμες περί επικείμενου πραξικοπήματος (2), ούτε και στην άνοδο της αριστεράς ως πιθανή νέα κυβέρνηση. Δεν οφείλεται ούτε και στις συνεχιζόμενες ταξικές συγκρούσεις που προφανώς και δημιουργεί η συνεχιζόμενη λιτότητα. Η αδυναμία των προλεταριακών αντιστάσεων απέναντι στην πρωτοφανή επίθεση που δεχόμαστε εντείνει την σταθερότητα της καπιταλιστικής τάξης.

Η αστάθεια σήμερα έχει να κάνει ρητά με την αδυναμία των ίδιων των διαχειριστών της οικονομίας και της κρατικής διαμεσολάβησης να υπολογίσουν με ακρίβεια και μακρό-οικονομική διαύγεια τα πραγματικά αποτελέσματα της ίδιας της πολιτικής που έχουν επιβάλλει. Στον βαθμό που δεν έχει εμφανιστεί μια ουσιαστική και μακροχρόνια λύση στην οικονομική κρίση σε παγκόσμιο επίπεδο, οι βραχυχρόνιες λύσεις που επιβάλλονται αυτή την εποχή είναι ακριβώς αυτό: βραχυχρόνιες. Δεν έχουν φανεί ικανές να επαναφέρουν συνθήκες πραγματικής κερδοφορίας σε ένα μακροχρόνιο ορίζοντα.

***

Όσο η κρίση θα συνεχίζεται (και από ότι φαίνεται αυτό ακριβώς θα κάνει), και ο εθνικός λόγος θα παραμένει κυρίαρχο χαρακτηριστικό του προλεταριακού αυτό-προσδιορισμού, είναι σίγουρο πως θα ενταθούν τόσο οι φασιστικές/ρατσιστικές αντιλήψεις και πρακτικές, όσο και η προσκόλληση στον κρατικό μηχανισμό ως αφηρημένο από μηχανής θεό και προστάτη που καλείται να εξισορροπήσει τις ανισότητες που προκύπτουν από τις καπιταλιστικές σχέσεις. Η προλεταριοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού θέτει ένα και μοναδικό ιστορικό στοίχημα: την υπεράσπιση του προλεταριάτου ως πόλο της καπιταλιστικής σχέσης και συνεπώς την προσπάθεια αντιστάθμισης της υποτίμησης εντός αυτής της σχέσης και των επακόλουθων πυλώνων της –αντιλαμβανόμενοι τους εαυτούς μας ως παραγωγικές μονάδες, ως εθνικές οντότητες, ως αιώνια ξεπεσμένους αλλά παρόλα αυτά συνεργάτες της καπιταλιστικής μηχανής. Ή την απαρχή της άρνησης της προλεταριακής εμπειρίας, καταστρέφοντας τους (εθνικούς, φυλετικούς και έμφυλους) διαχωρισμούς που επιβάλλει το κεφάλαιο και το κράτος για να διευκολύνουν την παραγωγή αξίας, την ανταλλαγή εμπορευμάτων και την αλλοτρίωση.




 Σημειώσεις
 (1) Φαινομενική γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία υποκατάσταση, παρά μια αλληλοσυμπλήρωση, τόσο σε επίπεδο "μεταναστευτικής" πολιτικής, όσο και γενικότερης πολιτικής. Η χρυσή αυγή, είναι απολύτως σαφές, κάνει ό,τι κάνει στον δρόμο με την πλήρη συνεργασία και ανοχή των μπάτσων.

(2) Μια φαντασιακή εξέλιξη που πάει χέρι-χέρι με την άνοδο των φασιστικών συμμοριών, την ανάγκη μιας εκ των προτέρων καταδίκης κάθε «ακραίας» πολιτικής, και την υπεράσπιση τελικά της αγαπητής Δημοκρατίας –ως αδιαμφισβήτητη μορφή πολιτικής κυριαρχίας του κεφαλαίου. Προφανώς και οι αντιλήψεις που ορίζουν την διαχείριση της κρίσης στην Ελλάδα ως «απώλεια εθνικής κυριαρχίας» και «ξεπούλημα του εθνικού πλούτου» χτύπησαν αρκετά καμπανάκια στους στρατόκαυλους που ξεχείλισαν από πατριωτική οργή και καθήκον απέναντι σε αυτή την «προδοσία». Καλό όμως είναι να θυμούνται οι πάσης φύσεως συνωμοσιολόγοι πως δεν αρκούν κάποια στελέχη του στρατού (όσο στρατηγικές θέσεις και αν κατέχουν) για να επιτευχθεί πραξικόπημα. Πάνω από όλα, χρειάζεται και μια ουσιαστική στήριξη από σημαντικά κομμάτια της αστικής τάξης και του επιχειρηματικού κόσμου, κάτι το οποίο δεν υπάρχει σήμερα. Αν μη τι άλλο για τον απλούστατο λόγο πως μια στρατιωτική δικτατορία στην Ελλάδα θα οδηγούσε την χώρα de facto έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη, μια επιλογή που δεν μοιάζει να επιθυμεί όχι απλά η αστική τάξη αλλά και κανένα κομμάτι του πολιτικού και κοινωνικού ιστού (με εξαίρεση τα απομεινάρια του ΚΚΕ και της Ανταρσύας).



23 Οκτ 2011

Ποιός ξέθαψε το τσεκούρι του πολέμου;



Αν στην Ελλάδα συγκεντρώνονται αυτήν την στιγμή όλες οι κοινωνικές αντιφάσεις της κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, η συμμαχία μεταξύ του αστικού και του γραφειοκρατικού ολοκληρωτισμού είναι ένα αναμενόμενο στάδιο. Εφόσον η πολιτική διαχείριση της κρίσης έχει αποφέρει μέχρι στιγμής μια συνεχιζόμενη αμφισβήτηση και απο-νομιμοποίηση της πολιτικής, που κινδυνεύει να εξωθήσει όσους έχουν συνείδηση της συστηματικής υποτίμησης της ζωής τους σε ανατρεπτικούς δρόμους, η οργάνωση της αντεπανάστασης αποκτά νέα βαρύτητα. Η στάση του ΚΚΕ κατά την διάρκεια της 48ωρης απεργίας του Οκτώβρη (σαν πρόβα την Τετάρτη, και σαν πρεμιέρα την Πέμπτη) ήταν ακριβώς να αποδείξει τόσο στο κοινοβουλευτικό συρφετό, όσο και στον κόσμο που διαδήλωνε, ότι έχει ακόμα την δυνατότητα να καταστέλλει αποτελεσματικά, όχι μόνο στο επίπεδο της προπαγάνδας, αλλά και στο επίπεδο του δρόμου.

Είναι πλέον αστείο να μιλάει κανείς για περιφρούρηση της πορείας απο το ΠΑΜΕ, ακόμα και αν δεν ήταν μπροστά για να θαυμάσει από κοντά την καφρίλα των σταλινικών. Τα ψέμματα του ΚΚΕ είναι τόσο αυτο-αναφορικά που προσπερνάνε με αξιοθαύμαστη αδιαφορία την ξεδιάντροπη αντίθεση με κάθε αλήθεια και πραγματικότητα. Αλλά τα λάθη τους είναι τόσο χονδροειδή όσο και τα μέσα που χρησιμοποιούν. Στην βιασύνη τους να διαχειριστούν τα αποτελέσματα της πολιτικής επιλογής τους να περιφρουρήσουν την βουλή, δεν πρόλαβαν ούτε καν να συνεννοηθούν σωστά με τους επίσημους εκπροσώπους του θεάματος,  ώστε να υπάρξει μια σύμπνοια στην εκ των υστέρων κατασκευή των γεγονότων. Έτσι, παρακολουθούσαμε έξαλλα και πανικόβλητα τα διάφορα φερέφωνα του ΚΚΕ στα δελτία ειδήσεων να προσπαθούν να αποτρέψουν τους διάφορους πρετεντέρηδες και λοιπούς υπαλλήλους από το να εκφράζουν τον θαυμασμό τους για το ΚΚΕ και τον ρόλο του στην περιφρούρηση της βουλής (και όχι της πορείας).

Υπό άλλες συνθήκες, και ίσως σε κάποια άλλη εποχή, που ο μηχανισμός της σταλινικής γραφειοκρατίας ήταν ακόμα σε πολύ καλύτερη φόρμα, στόχος τους θα ήταν λιγότερο το να γίνουν πιστευτοί, όσο το να είναι η μοναδική άποψη που κυκλοφορεί επίσημα. Αλλά ο αυτοματισμός αυτός είναι, δυστυχώς για τον Περισσό, στην ίδια κατάσταση αποσύνθεσης που είναι και το πτώμα του Στάλιν. Ο φανατισμός τους όμως δεν τους επιτρέπει να αναγνωρίσουν αυτήν την αποσύνθεση. Έχοντας  την εντύπωση πως ο κόσμος στον οποίο απευθύνονται έχει τα χαρακτηριστικά των μελών του κόμματος (είναι δηλαδή αποβλακωμένοι, ηλίθιοι και καχύποπτοι με κάθε τι που δεν έχει την σφραγίδα του κόμματος), καταλήγουν σε ένα βαθμό παραποίησης που θα έκανε ακόμα και τους εκπαιδευτές της KGB να τραβάνε τα βυζιά τους. Η απόγνωση τους δεν μπόρεσε να κρυφτεί έντεχνα, και ακόμα και η Παπαρήγα μιλούσε στα κανάλια με ένα άγχος που μόνο μια πρωτοετής φοιτήτρια που την εξετάζουν αδιάβαστη θα είχε.

Πως ξεδιπλώθηκε αυτή η παραποίηση; Το ΚΚΕ αποφάσισε να αντικαταστήσει την αστυνομία κατά την διάρκεια της πορείας, συνεργάστηκε επίσημα μαζί της, παρέδωσε κόσμο που ξυλοκόπησε στους μπάτσους, επιτέθηκε μαζί με τα ΜΑΤ στον κόσμο της διαδήλωσης, και βγήκε στο τέλος με ένα θράσος που μόνο σταλινικοί έχουν αποδείξει ότι κατέχουν, και υποστήριξε ότι όσοι επιτέθηκαν στις ορδές τους ήταν -τι άλλο- αστυνομικοί. 'Ενα κόμμα που έχει αποδείξει ιστορικά ότι έχει την καλύτερη σχέση με τον κρατικό μηχανισμό (ακόμα και όταν δεν τον ελέγχει), νιώθει σαν ψάρι μέσα στο νερό όταν κατασκευάζει ψέμματα. Την σκυτάλη της παραποίησης αυτής ανέλαβε ο Ριζοσπάστης, ο οποίος με μια σειρά φωτογραφίες (που μόνο αν είσαι λοβοτομημένος σε πείθουν για οτιδήποτε) βάλθηκε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Εστιάζοντας στις πιο απλές και ασήμαντες λεπτομέρειες, προσπάθησε να αποτρέψει την εξέταση της θεμελιώδους πραγματικότητας: ότι δεν υπάρχει κάτι πιο λογικό απο το να βλέπεις κόσμο που έχει επιλέξει να αντισταθεί να βρίζει και να επιτίθεται στους σταλινικούς. Και αυτό είναι το μοναδικό στοιχείο το οποίο χάλασε το σχετικά έτοιμο παραμύθι. Οι εκατοντάδες του κόσμου που δεν υπέκυψαν στις οργανωμένες και εξοπλισμένες ορδές των σταλινικών, και απάντησαν με τέτοιο τρόπο στις επιθέσεις που ανάγκασαν τελικά τους μπάτσους να παρέμβουν για να εξισορροπήσουν την κατάσταση.

Τα μέσα που χρησιμοποίησε το πλήθος για να απαντήσει στον κατασταλτικό μηχανισμό των ΚΝΑΤ μπορεί να μην βρίσκουν σύμφωνους όσους συμμετείχαν στην σύγκρουση, αλλά ακόμα προσπαθούμε να καταλάβουμε πως το να ανοίγεις κεφάλια με καδρόνια και πέτρες ή το να πετάς κόσμο από την οροφή του Τερκενλή στο κενό είναι περισσότερο δικαιολογήσιμες σαν επιλογές. Όσο και αν θέλουν κάποιοι να υποστηρίξουν το αντίθετο, ο κόσμος που αντιστάθηκε και επιτέθηκε στους σταλινικούς ήταν ο κόσμος της πορείας, ένα πλήθος χωρίς συνοχή. Δεν ήταν ένας κομματικός μηχανισμός που έχει την ευθύνη για την πολιτική επιλογή των κινήσεων του. Και αν πονάει κάτι το ΚΚΕ περισότερο από όλα, είναι το γεγονός πως για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, δεν κατάφερε να επιβληθεί στον δρόμο.

Η αισθητική απέχθεια του ΚΚΕ προς κάθε αλήθεια ξεπέρασε τα όρια της όμως με τον θάνατου του άτυχου οικοδόμου. Ένα κόμμα που έχει συνηθίσει να περιφρονεί τα ίδια του τα μέλη πάνω από οποιονδήποτε άλλο, έδειξε περίτρανα μέχρι που φτάνει η πολιτική του αλητεία. Ο θάνατος του οικοδόμου από τα δακρυγόνα των μπάτσων ήταν ένα γεγονός που μπορούσε να χαλάσει την σούπα της επίσημης ιστορίας που ξεφούρνιζε το κόμμα. Ο παραλογισμός όμως έφτασε στο απόλυτο κρεσέντο: δεν ήταν η αστυνομία που σκότωσε τον διαδηλωτή, αλλά οι επιθέσεις των κουκουλοφόρων, οι οποίες όμως (διαλαλεί το κόμμα) ήταν καθοδηγούμενες από την αστυνομία. Μια λογική που κάνει κύκλο, χωρίς βέβαια να εφάπτεται η αρχή με το τέλος γιατί απλά καταρρέει. Και έτσι απλά, με το βλέμμα στραμμένο εχθρικά προς το πλήθος, ο θάνατος ενός ανθρώπου σε μια διαδήλωση γίνεται ακόμα ένα σκαλοπάτι για να εντοιχιστεί βαθιά η νομιμότητα και η υπεράσπιση ενός συστήματος του οποίου οι υπήκοοι χωρίζονται ολοένα και περισσότερο σε δύο στρατόπεδα, το ένα εκ των οποίων επιθυμεί την καταστροφή του.

25 Μαΐ 2011

Εντός των τειχών



«…δεν έχω δει ποτέ ύπαρξη με τέτοια αφηρημένη περιφρόνηση σαν του μόνου ανθρώπου.»

Παλιότερα, δεν υπήρχε επιτακτικός λόγος για να ξεκινήσει μια σοβαρή συζήτηση πάνω στην βία. Η βία του χώρου ήταν πάντα μειοψηφική, και συνεπώς μικρού βεληνεκούς. Οι καφρίλες κρύβονταν γρήγορα, ή αλλιώς, ξεμπροστιάζονταν αμέσως. Δεν δικαιολογούνταν, θάβονταν. Ξεχνιόντουσαν, αν θέλετε, απέναντι στην πολαπλασιασμένη βία που δεχόμασταν. Δεν υπήρχε καν στο λεξιλόγιο η έννοια της "παράπλευρης απώλειας". Ο εχθρός ήταν συγκεκριμένος, εμείς λίγοι. 

Ποιός/α πιστεύει πλέον ότι μπορούμε να μιλάμε με τους ίδιους όρους; Στο φαντασιακό του χώρου δεν έχει απλά εισαχθεί στο καθημερινό λεξιλόγιο η "παράπλευρη απώλεια", έχει γίνει και πράξη. Έχουμε χάσει το δικαίωμα να ιεραρχούμε την βια, να θεωρητικοποιούμε την αντίσταση με όρους "αντί-βίας".

Προφανώς και η αυτοάμυνα (ενεργητική ή παθητική) απέναντι στις δολοφονικές ορδές της αστυνομίας ή και των φασιστών παραμένουν στο πλευρό της αντί-βίας. Αλλά η εξίσωση τελειώνει κάπως απότομα εκεί. Ποιός μπορεί στα σοβαρά να πει πως η διάχυτη αντι-κοινωνική βία στις διαδηλώσεις είναι δικαιολογίσιμη ως αντί-βια; Απέναντι σε ποιόν; Στους άλλους διαδηλωτές; Πως μπορεί να δικαιολογηθεί μια marfin; Πως μπορεί να μιλάει κανείς για αντί-βια όταν προσπαθώντας να αντιμετωπίσει ένα υπαρκτό πρόβλημα πρέζας καταλήγει να εξαπολύει κυνηγητά στα πρεζάκια της πλατείας; Που βρίσκεται το μέτρο της αντί-βιας όταν παρέες από τσογλάνια ισοπεδώνουν κόσμο γιατί έτσι γούσταρουν; Αντί-βια και το να αφήσεις έναν μαγαζάτορα με σπασμένο σαγόνι, να μην μπορεί να φάει χωρίς καλαμάκι για 4 μήνες; Αντι-βία μήπως και οι φέρμες στα γύρω στενά των εξαρχείων; Αντι-βια τελικά και η παρέα των μπράβων/τραμπούκων που ξεχύθηκαν προχτές για να δείξουν ποιοί είναι οι μάγκες; Τα μαχαιρώματα; Καμμένες πωλήτριες και πελάτες της λαϊκής; Πόσες καφρίλες μπορούμε να θυμηθούμε έτσι στα γρήγορα;

Πάνω στο πτώμα μιας φετιχιστικής ιδεολογίας της βίας, που πουλάνε μερικοί με το κιλό εδώ και χρόνια, έχει στηθεί ένα πανηγύρι με ένα σωρό ζόμπι. Και η κατάσταση έχει φτάσει στο μηδέν. Και αν η ευθύνη βαραίνει πρώτα από όλους τα ζόμπι τα ίδια που ξερνάνε μισανθρωπισμό με κάθε βρωμερή τους ανάσα, υπάρχει και η υπόγεια ευθύνη εκείνων που τόσο καιρό, μέχρι και σήμερα, σιγοντάρουν, κλείνουν το μάτι και σφυράνε κλέφτικα σε μια "άγρια νεολαία" που δεν θα αργήσει να τους βγάλει τα μάτια. Οι εφηβικές ονειρώξεις πήραν σάρκα και οστά και βγήκαν παγανιά. Τα όνειρα μας δεν έγιναν εφιάλτες τους, αλλά δικοί μας. 

Ο μηδενισμός δεν είναι μια παρεξηγημένη ιδεολογία κάποιων ξεχασμένων ρώσων, ή το αποκούμπι κάποιων που βρήκαν σε αυτό το κενό μια δυνατότητα να συμπληρώσουν ένα κακοχωνεμένο ιδεολόγημα. Μηδενισμός είναι αυτό που ζούμε καθημερινά. Είναι το σκοτείνιασμα στα βλέμματα όταν κάθε νέο είναι χειρότερο από το προηγούμενο. Είναι το να βαφτίζεις την αντί-κοινωνικότητα "επαναστατικό σχηματισμό". Είναι, από μόνη της, η ασταμάτητη αναφορά στην λέξη "επανάσταση" και "επαναστάτης", λές και ζούμε τις τελευταίες μέρες της τσαρικής ρωσίας. Είναι η διαρκής δικαιολόγηση κάθε μαλακίας λες και μιλάμε για κάποιο ουδέτερο καιρικό φαινόμενο. "Ας προσέχουν οι περίεργοι" προειδοποιούσε κάποια ανάληψη ευθύνης για βόμβα. Ξέρετε, όπως λέμε "μπορεί να βρέξει αύριο.. κράτα ομπρέλα."

Όσο και αν ουρλιάζει σε κάθε ευκαιρία πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει, ο χώρος δεν είναι παρά μια αντανάκλαση της υπαρκτής κοινωνίας. Και όσο η ευρύτερη κοινωνία αρνείται να αντισταθεί στον κανιβαλισμό ισχυροποιώντας τον, τόσο ο χώρος θα αντικατοπτρίζει αυτό το άσχημο προσωπείο. Δεν είναι η κάθε μαλακία "επαναστατική" ή ανατρεπτική μόνο και μόνο επειδή έχουμε την αξιοζήλευτη πνευματική διαύγεια να κολλήσουμε την λέξη αναρχία δίπλα της. Και όσο και αν θέλουμε να πιστεύουμε πως δεν είναι όλος ο χώρος έτσι, η μεταφυσική πίστη αυτή χάνει έδαφος κάθε μέρα, όχι γιατί όλοι συμμετέχουμε στην διόγκωση αυτής της ανυπαρξίας, αλλά γιατί συμπεριφερόμαστε σαν να μην συμβαίνει. Μέχρι να συμβεί σε κάποιο "δικό μας". Σαν ευέξαπτες στρουθοκάμηλοι, θάβουμε το κεφάλι μας βαθιά στην φαντασιακή μας ανοησία, και αν τύχει και περάσει κανείς και μας ρίξει και μια από πίσω, "ε, δεν γαμιέται, και εμείς κάπως έτσι ήμασταν πιτσιρικάδες." Έτσι;

4 Μαρ 2010

ένας χρόνος και κάτι με τους πιγκουίνους

“Τι είναι αντικειμενικά η αλήθεια,
είναι αρκετά δύσκολο να προσδιοριστεί,
όμως στην συναναστροφή μας με τους ανθρώπους
δεν πρέπει να τρομοκρατούμαστε από αυτό.”
ΜΜ, 43

πέρασε ένας χρόνος, κάναμε ήδη μια “επέτειο” (μα καλά, ποιανού μαλακία ιδέα ήταν αυτή;), και προσθέσαμε και μερικούς μήνες. και θα περάσουν και άλλα χρόνια έτσι, και θα λέμε μετά, “μα καλά, τόσος καιρός έχει περάσει;”, και θα αναρωτιόμαστε πάλι... και ζήσαμε καταστάσεις και στιγμές και επεισόδια και αναπαύλες και ενδιάμεσα, και όμως ακόμα αναρωτιόμαστε... αλλά δεν μιλάμε για αυτά. μιλάμε δηλαδή, δεν έχουμε βγάλει τον σκασμό, αλλά δεν είδα πουθενά, δεν έψαξα, δεν άκουσα κάπου, να περιγράφεται κάτι οπως το έζησα εγώ, κι όμως θυμάμαι οτι ήμουν εκεί τις ίδιες στιγμές με αυτούς που έγραψαν, και μίλησαν και φώναξαν, και ήμουν και εκεί με όλους εκείνους που δεν έγραψαν, και τελικα μήπως γράφουν μόνο καποιοι συγκεκριμένοι πάντα, και όλοι οι άλλοι το βουλώνουν; (μαζί και εγώ;) και μήπως αυτοί που γράφουν έχουν κάτι άλλο στο μυαλό τους από το να περιγράψουν αυτά που ζήσαμε εκεί, μήπως θέλουν να τα βάλουν σε μια σειρά με στόχο και επιτήδευση, μήπως το πήραν όλο τόσο σοβαρά που φοβούνται να αστειευτούν; μήπως πήραν τον εαυτό τους τόσο σοβαρά που δεν θέλουν να θυμούνται τον φόβο που νιωσανε; δεν πρέπει να φοβασαι, το μαθαμε αυτό, κι αν φοβηθεις, μην το παραδεχτεις, χανεις πόντους.

I
το τηλέφωνο ήρθε ξαφνικά· νεα σμύρνη για άλλη μια φορά, την τελευταία είχαν πυροβολήσει τον κούλ, είπα δεν ξαναπάω στην γαμω-πλατεία στο τέλος θα μας φάνε όλους. “πυροβολησαν 15 χρονο μεσολογγίου, είναι νεκρός”. τρέξιμο, πάμε με την μηχανή, κάτσε να πάρω κανα κασκόλ θα γίνει φασαρία, δεν το πιστεύαμε ακόμα, παμε γρήγορα... και εκεί στο δρόμο παντού ενα μουντό πλήθος, αλλα πλήθος λέμε, οχι μαλακίες σαν να έγινε πέσιμο σε κανα στέκι, δεν έχω ξαναδεί τόσο κόσμο, που βρέθηκαν όλοι αυτοί, ποιόι είναι; νόμιζα ότι μόνο οι “μυημένοι” νοιάζονται για το άβατο και τους αλήτες του... Και όλοι μουντοί και πως αλλιώς να είσαι, και φάτσες γνωστές και φάτσες άγνωστες, και τι θα κάνουμε, και πως έγινε, και μήπως (τρόμος) τον ξέρουμε;... και ξαφνικά μέσα στο μουντό και το ήσυχο και το διαολεμένα οργισμένο συναπάντημα, περνάει μια διμοιρία λες και δεν τρέχει τίποτα, και “τι λέτε ρε μαλάκες, ρε” και παμε μπροστά, και πισω αυτοί, και μπροστά αυτοί και πίσω εμείς..... και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.



“Έτσι οι κυρίες της καλής κοινωνίας
καταφέρνουν τελικά να τιμάται η ατιμία τους,
την στιγμή που δεν υπάρχουν πια
ούτε καλή κοινωνία, ουτε κυρίες.”
ΜΜ, 12

μια σκέψη από την αρχή, είτε σαν επιθυμία είτε σαν βαρεμάρα, οχι πάλι στο βούρκο, έχουμε κόσμο εδώ δεν χρειάζεται να μπούμε μέσα να κλειστούμε, πρέπει να ανοιχτεί ρε παιδιά, μπορούμε δεν μπορούμε, εμείς πάμε προς τα κάτω, δεν καταλάβαινα το λόγο να κατέβουμε στην ερμού, θα κάτσουμε εδω, και να’ σου οι διμοιρίες δεξιά και αριστέρα ομως ξαφνικά είμαστε και εμείς και αριστερά και δεξιά, και πάνω και κάτω, και περπατάνε οταν δεν τρέχουν και κοιτάνε παντού, απο πού θα μας ερθουν; σκεφτονται, και εχουμε δρόμους οχι αστεία, και πλατεία και γυρω και ειναι και ο βουρκος και περνάει παππούς και δίνει βενζινη (“καψτε τους”), και βλέπω και έναν χιππη, τον εχω ξαναδεί πάντα βλάκας μου φαινότανε, και έχει τέτοια οργή που τον χάνω που τον βρίσκω πρώτη γραμμή σε καθε οδοφραγμα και δεν σταματαει να πεταει πετρες και να βριζει και λεω εδω ειμαστε, κατι συμβαίνει εδω, κινητα δεν λειτουργουν, πολλή φασαρια και δεν υπαρχει χρονος να ενδιαφερθεις, αλλα δεν πειραζει τους βρισκω ολους εδω, και τους χανω και τους ξαναβρισκω... και επιστρεφουν απο κατω, ολα καλα, εγινε λαμπαδα το εμπορικο κεντρο, βγηκαν μετα απο τα μπαρ και τα θεατρα οι αλλοι και βουτουσαν πραγματα, απιστευτο, θα εξαπλωθει λες;... και το μουντο πληθος παντα εδω... γυρω γυρω να σιγονταρει να φωναζει να προειδοποιει, και οι μπατσοι σαν τρομαγμενοι, “θα πεθανετε κοπροσκυλα!”, πετρες μα ποσες πετρες και τα πρωτα μπουκαλια, και ο φοβος εφυγε γιατι είμαστε ολοι σαν τρελαμενοι.

II
χωρίς ύπνο πάλι στο δρόμο μια μικρη ξεκουραση, δεν θυμαμαι καν αν εγινε, κατεβαινουμε, εχει πορεια, οκ αλλα δεν θα παω, δεν καταλαβαινω γιατι πορεια, ο δρομος ακομα δικος μας, ας ειναι, θα παει και ο αδερφος μου με την γυναικα του, φοβαμαι λιγο για αυτους, τους βλεπω το πρωι, να προσεχετε εχουν λυσσαξει οι μπατσοι, εμεις εδω στον δρομο θα φυλαμε τα μετωπισθεν αν χρειαστει θα μπορει να γυρισει ο κοσμος, αν οχι θα επεκτεινουμε τα τετραγωνα, οχι βουρκο ομως παλι, ειναι αλλοι εκει, περασαμε, καλα ηταν, με κατι πρεζακια προσπαθουν να βγαλουν ακρη, αλλοι με τροπο αλλοι χωρις, στην γυρα παντως θα μας βρειτε, και ξεκιναει η πορεια και πριν καλά καλά ξεκινησει μπαμ μπουμ και παμε, παλι αυτο το πληθος το μουντο ξερναει στον δρομο, ειναι εδω ομως και σιγονταρει, δεν βριζει, και να και ο χιππης παλι πεταει πετρες, μπραβο ρε παιδι μου, και σιγα σιγα επιστρεφει ο κοσμος απο παντου, απο πανω απο κατω, αλλα δεν επιστρεφει για να ησυχασει, ερχεται για να ξεκινησει παλι, και μολις φτανουν στουρναρη, να’σου μια διμοιρια απο το μουσειο και “τι λετε ρε μαλακες ρε”, και πισω αυτοι γρηγορα, και κοσμος κατεβαινει απο παντου και παλι παρτυ σημερα, δεν τελειωνει ετσι η μαλακια, και σιγα σιγα τρυπωνει και η σκεψη πιο καθαρα “το φαγανε το παιδι, πάει, δεν θα ξαναφιλησει το κοριτσι του ποτε...” και παμε γαμω την παναγια μου πιο δυνατα, τι δουλεια εχουν αυτοι εδω, τωρα μιλαμε εμεις, θελετε αβατο; θα το ξεφτιλισουμε! απο παντου, και βραδιαζει σιγα σιγα και δεν μας σταματανε, και ακουμε απο τους ασυρματους εχουν πανικοβληθει λενε, εγω σαν σκυλια τους βλεπω να ορμανε, απλα δεν ειμαστε εκατο, διακοσιοι, δεν τρεχουμε οταν ερχονται, και πανω κατω την στουρναρη και γυρω δρομους, και καπου “παμε να τους βγουμε απο πισω” και οντως, τι αισθηση, κυκλωτική κινηση δεν μας εχουν δει μεχρι τελευταια στιγμή “απο παντού θα σας ερθουμε”, εχουν πεσει κατω και τρεμουν, τυχαια περνουσε και μια πορεια αριστερων απο αλλο στενο, θα πρεπει να σκεφτηκανε “μαλακες ερχονται απο παντου παμε να φυγουμε”, και στο απο πανω στενο κοσμος στο μπαλκόνι, βριζουν εχουν κατι πετρες, “μην το κανεις δεν ειναι δικο μας το σπιτι, θα καρφωθει”, πριν το πάρουν απόφαση βγαινει γερος απο κατω, αδειαζει μια λεκανη νερο πανω στους μπατσους, φευγει και μια γλαστρα, μαγεια... γυρω γυρω παλι, παλιοι γνωστοι “και εσεις εδω;” “αμ, που θα ημασταν, ελα μαζι να φτιαξουμε λιγο το οδοφραγμα”..., κι αλλος φιλος απο παλια, εδω ενα μηχανακι εχε το νου σου να το αδειασουμε, και αραζουμε στην γωνια, και σε καθε γωνια, εφοδο αυτοι, εμεις στην γωνια, ελατε ελατε να δειτε, κοσμος απο πανω απο την πλατεια, και απο το πλαι, και απο το άλλο πλαι, μην ανησυχεις αν ερθουν απο εκει θα μας το πουν, το μουντο πληθος με την οργη στα ματια, συνειδητοποιω είμαστε ωρες ατελειωτες στους δρομους και ομως αισθανομαστε ασφαλεις.

III
ξεκουραση δεν υπαρχει, δεν υπαρχει λογος. σημερα μεγαλη πορεια, βρε μανια με την πορεια εδω εχουμε παρει περιοχες, δεν πειραζει να προσεχετε, εμεις τα γνωστα στην γυρα και κραταμε την φαση για μετα, ολη μερα φτιαχναμε, ξεκιναει η πορεια εχουν κατεβει μαθητες σχολεια χουλιγκανοι μεταναστες ξεμπαρκοι απεργοι ιδιωτικοι υπαλληλοι γεροι φοιτητες αριστεροι η κουτση μαρια εχει τρελη ενταση μαθαμε οτι απο νωρις δεν ειχαν σταματημο·  οι μπατσοι εχουν κλειστει σε κατι τρυπες ο κοσμος σχεδον ανενοχλητος και συσσωμος τρομαξανε πολλοι γυρισαν πίσω “παιδια οχι αλλη φωτια σας παρακαλουμε”, μα καλα αυτοί το λένε αυτό; κι ομως, οι πιο αγριοι που ξερω γυρισαν στην πατησιων τρομαγμενοι οχι απο τους μπατσους αλλα απο το μουντο πληθος, “οπου πηγαιναμε ειχαν ηδη παει, τα ειχαν ηδη καψει”, ποιοι; “ξερω γω;” ακομα και οι μεγαλοι χειροκροτουσαν σε καθε σπασιμο, βγηκαν πολλα εκει, εφτασαν λεει μεχρι την παντειο με τα ποδια, ποια παντειο, οι αλλοι γυρισαν καλλιροης και ξανα ανεβηκαν παγκρατι, στον δρομο την επεσαν και στο μεγαρο μαξιμου, εμεις ειδαμε καμμια εικοσαριά τυπακια, ανεβαιναν μονοι τους την σκουφα, εσπασαν -με φοβερη ευγενεια παρακαλω- ολα τα μαγαζια μεχρι την πλατεια κολωνακιου, και πειραιως πολλοι εφτασαν ως το γκαζι, νεα απο παντου... νυχτωνει και η πατησιων ξανα αναβει. και όσοι αγαπήσαμε τα τελευταία χρόνια μαζι, παμε τωρα, ευκαιρια, αποτυπωθηκε η εξορμηση, μασκες τα δακρυγονα τους εχουν τελειωσει, ανεβαίνει κόσμος προς τοσιτσα, “κραταμε την πυλη, εχουν ανοιχτει, μην πανε να τους κλεισουν”, γης μαδιαμ η μπουμπουλινας, “κραταμε την πυλη”, κόλαση του δαντη η μπουμπουλινας “ποιος την γαμαει την πυλη, παμε πανω”, απο κοντα ακόμα πιο επιβλητικο το σκηνικο, κατι ασπρα κρανη στο βαθος, κοντα το ενα στο αλλο μπας και γλιτωσουν κατι, αυτο δεν το εχω ξαναδει ποτε, σαν πινακας ζωγραφικης. στις εξι το πρωι αναγκαστικά ταξι για σπιτι, καποιος εχει κοψει το σωληνακι στην μηχανη, πακετο αλλα καταλαβαινουμε, και εμεις τα ιδια καναμε, ο ταξιτζης αντικριζει μια πολη καμενη απο ακρη σε ακρη, “ακομα βρωμαει βενζινη παντου”, ευτυχως δεν καταλαβε τιποτα.



                              

 “Αρκεί να έχει παρατηρήσει κανείς πότε
οι αστοί μιλούν για υπερβολή, υστερία και τρέλλα, 
για να γνωρίζει, ότι σε εκείνο ακριβώς το σημείο,
όπου η προσφυγή στον Λόγο εμφανίζεται 
με τον πιο αυτόματο τρόπο,
πρόκειται αναντίρρητα 
για την απολογία υπέρ του μη λογικού.”
ΜΜ, 45
 IV
φτασαμε τριτη ολοι τα εχουν χαμενα, κατεβηκαν οι μαθητες απο σχολεια σε πάρα πολλά αστυνομικα τμηματα και τα σπασανε, το βραδυ σημειωθηκαν και τα πρωτα πλιατσικα, καταλογισμος πανω απο 300 μαγαζια σπασμενα, 25 τραπεζες ολοσχερως, χασαμε το μετρημα δεν πειραζει, το al jazeera δειχνει την τζωρτζ και μιλαει για βυρητο, μαθαινουμε πρωτη φορα οτι τα μμε τοσες μερες δεν ξερουν τι να πουνε, ο χατζηνικολαου σχεδον δικαιολογει τα πεσιματα στα τμηματα, να και μια φαση που δεν ειναι συμβολικη, να και κατι που δεν μπορει να αφομοιωθει αμεσα, να και κατι που ειναι τοσο αμεσο που το εχουν βουλωσει ολοι. ξεκιναει ομως και ο διαχωρισμος αναμεσα σε “δικαια οργισμενους μαθητες” και “ασχετα υποκειμενα που επιδιδονται σε πλιατσικα”. στην αρχη μας φαινεται αστειο, μετα καταλαβαμε οτι δεν γελουσαν ολοι. πολλοι βλεπεις εχουν μαθει να αυτο-αναγνωριζονται μεσα απο μια θεαματικη διαμεσολαβηση. κάπου στην διαδρομη ενσωματωνουμε εναν λογο ξενο, τον οικειοποιούμαστε και τον ξερναμε παλι, και καλά σαν δικο μας. μια αντιστροφη μετρηση της αλλοτριωσης. εμεις μπαινουμε τελικα βουρκο και βρισκουμε εναν χωρο τον κανουμε δικο μας.  καταλαβαινουμε οτι εχουμε να φαμε τρεις μερες. ξεκινανε παλι συγκρουσεις, δεν εχουμε κουραστει καθολου, περιεργο. χιλιαδες κοσμου, ειμαστε πια μια μικρη κοινοτητα γυρω απο τον βουρκο τουλαχιστον. πολλοι δεν μιλαμε καν την ιδια γλωσσα αλλα προβλημα δεν υπαρχει στην επικοινωνια. την γλιτωνω στο τσακ, ηρθε ενας ματας απο μια γωνια, ειχα βγει μπροστα δεν τον ειδα, εφτασε διπλα μου ηταν αστειο, κοιταχτηκαμε για κλασματα δευτερολεπτου, αμοιβαια αναγνωριση, αυτος δακρυγονο, ευτυχως γιατι αλλιως θα ειμαι ειχε γραπωσει, με κοιταει τον κοιταω, σταμάτησε ο χρόνος για λίγο, μονο γεια δεν ειπαμε, πεταει δακρυγονο, τρωει μπουκαλι στο κεφάλι, εληξε η αλληλεπίδραση. φευγω ανακουφισμενος, πω πω, παρατριχα. καβατζωνομαστε σε σπιτι γνωστου, απο το μπαλκονι βλεπουμε τις συνεχιζομενες συγκρουσεις, εχει παει 5 το πρωι. σε μια αναπαυλα, περναει 50αρης με παπακι, σωματοτυπο σουβλατζη και βλεμμα καθαρο, κοντοστεκεται δυο μετρα απο τα ματ, γυρναει, κοιταει τον πρωτο ματατζη, σωματοτυπο νταμιτζανα, και μας γεμιζει αισιοδοξια: “αντε να φας καμμια μπουγατσα που μου θες και συγκρουσεις ρε χοντρε...”. στην κηδεια του μικρου οι ζηταδες εβγαλαν οπλα.


“Η απομόνωση είναι μέρος του γενικού.”
ΜΜ, 45
V
τεταρτη πρωι και το συνταγμα μετραει μια χουφτα μαθητες που δεν λενε να ησυχασουν. παμε να βοηθησουμε το παιδια; φτανουμε ειναι τριαντα πιτσιρικια, πετανε νεραντζια, πετρες ακομα και cd οι μπατσοι ψαχνουν δεν μπορούν να καταλαβουν τι να κανουν, μια μπρος μια πισω δεν φευγουν οι μικροι με τιποτα “οχι σαν εμας” σκεφτομαι, συνεχιζουν κατεβαινουν πανεπιστημιου ξαφνικα ειμαστε 800 ατομα, που βρεθηκαν ολοι αυτοι; οι δρομοι ακομα δικοι μας, φτανουμε με φασαρια και τρελη διαθεση βουρκο, βγαινουν οι καταληψιες μπραβο παιδια φανταστικά ελατε μεσα· “να ερθουμε να κανουμε τι;” ερωτηση και απαντηση στο κενο. “να, θα κανουμε συνελευση...”. “οχι παμε στην γαδα, ελατε εσεις”, συνεχιζουν τα παιδιά δεν μαζεύονται, οι καταληψίες εκατσαν, στην αλεξανδρας εχουμε μεινει τριακοσιοι, βλεπουν μια διμοιρια απο μακρια “παμε, ντου!”, που πατε ρε παιδια; κι ομως πηγαν, μας την πεφτουν απο πανω, κανουμε να φυγουμε, ανεβαινουν τα πιτσιρικια στο πεδιο, “οχι πανω ρε παιδια”, αλλα, για κατσε, καλο ειναι αυτο, παμε ολοι πανω, ξαφνικα ειμαστε στο παρκο, αυτοι απο κατω, εμεις απο πανω, δεν μπορουν να ανεβουν, μεσαιωνικο, και τρωνε πετρες πετρες πετρες, μετα “παιδια μην μας ερθουν απο πισω”, παμε προς ασοεε, απο που, απο δω ελατε, ωπα βλεπω κατι κρανη, οχι δικοι μας ειναι, “γρηγορα παιδια ελατε, ανοιξαμε δρομο”, τρεχουμε, αγκαλιες φιλια, οι γνωστοι εκει, χαρες, “μπραβο παιδια ελατε μεσα”, “να κανουμε τι μεσα;”. ερωτηση και απαντηση στο κενο. “να, θα γινει συνελευση σε λιγο”, οχι μωρε παμε στην βικτωρια να παρουμε το τρενο να κατεβουμε ομονοια, φευγουν με κρανη παλουκια και σιδερα. αμηχανια. μετα απο λιγο γυρισαν, με συνοδεια, μπαχαλα στην ασοεε, παμε, ειμαστε ετοιμοι παντως και μπουκαλια υπηρχαν, χωρις μασκα ομως, την ακουσαμε για τα καλα. στην αρχη βοηθουσα με κατι σταγονες κατι αυτοσχεδιες μασκες, μετα έπεσα κάτω, δεν αντεξα. βγαινουμε μπαλκονι να παρουμε ανασα, καποιοι στην πυλη, τους τρεχουν μεσα, ηρεμια για πεντε λεπτα, ξαφνικα οι μπατσοι τρωνε πεσιμο απο πισω. μα ποιοι ειναι αυτοι; 500 μεταναστες με πετρες και ξυλα. μαθαινουμε πραγματικα νεα απο παντου. τα επεισοδια εχουν επεκταθει σε πολεις και κωμοπολεις σε ολη την χωρα, ακούμε ονόματα που δεν ξεραμε οτι υπαρχουν. μεσα καποιοι κανουν συνελευση, μπαινω μετα, συζητανε αν ο μαθητης ειναι προλεταριακο υποκειμενο. οκ. 



“Η αναζήτηση κοινών συμφερόντων καταστρέφεται
 μπροστά στην αναζήτηση μιας κοινής ταυτότητας.”

FPM, p. 261
VI
εμεις κανουμε βολτες απο εδω και απο εκει, κατι εχει αρχισει να αλλαζει. στον βουρκο μαθαμε οτι βγηκε αποφαση απο την συνελευση να μην μπαινουν ατομα που κουβαλανε κλεμμενα, τι ειναι αυτα ρε δεν ντρέπεστε, ποιά σύμβαση σας χαλάει; οταν τα ακουτε στην αργεντινη καυλωνετε εδω ομως να ποιοι ειστε, ειδαμε κατι τυπους να πλακωνονται εξω απο την στουρναρη αλλα δεν καταλαβα την σοβαροτητα της φασης, το ξανασκεφτομουνα μετα, μου ηρθε να ξερασω την ιδεολογια τους. ερχεται φιλος μου το λεει “ασε αισθανομαι σαν μαλακας, σταματησα εναν τυπο με ενα κομπιουτερ στη πυλη, του λεω εξω, μου λεει γιατι ρε φιλε, δεν ηξερα τι να πω, εφυγα...”. μετα απο μηνες καποιοι υπερηφανευοντουσαν για αυτα σε εντυπα... βολτα πιο ηρεμη προς ασοεε, εκμεταλλευομαστε και εμεις, αληθεια ειναι, την αποφαση της εκει συνελευσης να μην γινονται μπαχαλα “δεν μας παιρνει εδω, δεν ειναι καλος ο χωρος, μας κλεινουν αμεσως μεσα, πολλα δακρυγονα...”. πρωτη μπυρα μετα απο μερες. εξω ομως. στην συνελευση, που κραταει οχτω ωρες παρακαλω, ακουγονται τα παντα και ταυτοχρονα τιποτα. εχουν στησει παντως κουζινα και τυπογραφειο, ανταλλαγμα για οσα δεν γινονται. δεν τρωω εκει, νιωθω ασχημα, δεν μπορώ να το κριτικάρω αλλα δεν μπορω και να το αγκαλιασω νιωθω οτι κατι διαφευγει αλλα μου διαφευγει και εμενα οποτε δεν μιλαω. αρχιζουμε να συζηταμε, να γνωριζουμε, να γελαμε με κοσμο πιο συστηματικα, μια πρωτη αποτυπωση του τι εχει συμβει, του καθενος η ιστορια ενας πλουτος. ερωτευόμαστε. εξω απο την συνελευση ειναι ολοι τοσο ομορφοι. και οι κοινοτοπιες εκει ομως. “μας εχουν ξεπερασει τα σκηνικα” ακουγεται, σωπα ποιος εισαι για να σε περιμενουν, παλι καλα που το καταλαβανε, αλλά ταυτόχρονα, “αν δεν ηταν ο χωρος δεν θα ειχε γινει τιποτα...” καταθλιψη, μονο αυτο κατάλαβαν. δεν χωράει στις αναλυσεις τους το μουντο πληθος.

VII
χανουμε το μετρημα στις μερες. σκορπια γεγονοτα εδω και εκει, στιγμες μαγικες και ταυτοχρονα μια ρουτινα επιστρεφει. δεν ειμαστε οι μονοι, κι αλλοι το νιωθουν. σαν επιστροφη στην αναρχικη “ομαλοτητα”. επαναφορά στην διαδικασία, ποιος θα το περιμενε. ολα στις συνελευσεις, τιποτα εξω. οι συγκρουσεις στους δρομους μετατρεπονται σε εφορμησεις απο τα ιδρυματα, οχι οτι ειναι ασχημα αυτα αλλα νιωθεις λιγο περιεργα να γινονται hit and run εν μεσω εξεγερσης, οταν ολοι προσπαθουν να ειναι στο δρομο, ισως και να ειναι καθαρα δικη μας εκτιμηση και ευσεβης ποθος αυτο, δεν θα μαθουμε ποτε. οι μαθητες κατεβαινουν ολο και πιο δυναμικα κατα τοπους, δεν μαζευονται τα πιτσιρικια, τα μμε το εχουν γυρισει μιλανε για πλιατσικα μονο, αρχιζουν και διαφοροι αριστεροι να ξεπροβαλλουν τις σκατοφατσες τους και να μιλανε για το νοημα του δεκεμβρη. στην ασοεε βγαινουν κειμενα που μιλανε υπερ των πλιατσικων, οταν ομως βγαινει κοσμος απο εκει, λενε στο μιλητο “δεν σπαμε μαγαζια”...τι να πεις. ακουω ιστορια απο αγιο δημητριο, πορεια αναρχικων και αλλων της καταληψης, συναντανε μαθητες, τους λενε οι μαθητες παμε απο εδω ειναι το τμημα να την πεσουμε, “παιδια οχι, η συνελευση δεν εχει παρει τετοια αποφαση”. η διαδικασια πανω απο ολα, μετα βριζουμε το κκε ολοι μαζι χορωδια. προσπαθουμε και εμεις να οργανωθουμε λιγο πιο καλα, δεν βγαινουν πολλα, ειναι αυτο το “εμεις” που καπως μας ξενιζει απεναντι στο χαοτικο συναπαντημα στους δρομους, ειναι αυτο το επιβεβλημενο  “συλλογικο” που επανερχεται για να αντικαταστησει μια εκρηξη κοινωνικοτητας που ζησαμε οταν στο πλαι μας υπηρχαν μονο ατομα που μιλουσαν αλλες γλωσσες κι ομως συννενοουμασταν. αναζητουμε και μια γνωριμια που να φευγει απο τα κλασσικα, να μιλησεις με καποιον που δεν εχεις ξαναδει και μας κοιτανε περιεργα όλοι αυτοι που μιλανε για εξεγερσεις αλλα δεν τις χωρανε αν δεν αναγνωριζουν δικους τους μεσα. εχουμε διακινδυνεψει και μερικες φορες, αναζητουμε μια μπυρα πιο συχνα απο πριν. παρόλα αυτα η αισθηση της ασφαλειας που ειχαμε το δρομο μεμιας χαθηκε οταν κλειστηκαμε μεσα στα ιδρυματα. μεσα νιωθεις ασφαλης, το εξω εγινε εχθρικο. εφοσον το σπιτι μας εχει απορριφθει ως χωρος αναπαυλας, μπαινουμε στα ιδρυματα και ακολουθει η ιδρυματοποιηση. η πραγματικη αναγκη να νιωσουμε οτι υπαρχει ενας χωρος στον οποιο ξαποσταμε και μπορουμε να ηρεμησουμε απο μια επιθεση που δεν πηγε καλα, ορθωνεται σαν κουβουκλιο, μετατρεπεται σε πανοπλια προστασίας. αυτη η πανοπλια γινεται με τη σειρα της εμποδιο για να αλλαξουμε το οτιδηποτε. πλεον στις συνελευσεις, περα απο τον ενθουσιασμο, περα απο το γεγονος οτι μετρουν ακομα πολυ κοσμο, και συνεπως ασχετο κοσμο, οι περισσοτεροι μιλανε μια γλωσσα που δεν αποτυπωνει την δικια μας αισθηση. νιωθουμε σαν να βρεθηκαμε κατα λαθος σε καποια συνελευση που συζητανε για καποια προκυρηξη που δεν μας αφορά... και δωστου οι ωρες τις συνελευσεις, και δωστου η ασυνενοησια, δωστου οι μαγκιες και τα στεφανα του στυλ “ξερεις ποιος ειμαι εγω ρε;”. και καπου εκει χανουμε.



“Όσο πιο στενό είναι το εύρος της κοινότητας 
που δημιουργεί η συλλογική προσωπικότητα,
τόσο πιο καταστροφική καταντάει η εμπειρία του αδελφικού συναισθήματος.
Οι απ’έξω, οι άγνωστοι, οι αντιπαθείς γίνονται υποκείμενα χλευασμού·
τα στοιχεία της προσωπικότητας που μοιράζεται η κοινότητα
γίνονται όλο και πιο αποκλειστικά· η ίδια η πράξη του μοιράζομαι
επικεντρώνεται ολοένα και περισσότερο σε αποφάσεις
γύρω από το ποιός μπορεί να ανήκει και ποιός όχι.

VIII
μας κραταει μια φλογα που καιει εξω απο εκει, στα νεα που ακουμε απο αλλου. στο γεγονος που μας υπενθυμιζει πως δεν ειμαστε μονοι μας σε αυτο το χαμο. κανουμε το λαθος να προσπαθησουμε αυτο να το μεταφερουμε σε καμμια δυο συνελευσεις. οι αντιδρασεις μας πεισμωνουν αντι να μας κανουν να φυγουμε με την μια. εκει που προτεινεις μια κινηση εμφανιζονται οι προτασεις που ξεπερναν την φαντασια, και ξαφνου συνειδητοποιείς οτι μαλλον επιτηδες γινεται αυτο. οταν δεν θες να γινει κατι, φροντιζεις να προτεινεις κατι που δεν γινεται. ετσι και εσυ θα φανεις γενναιος αλλά και δεν θα γινει τιποτα. παρόλα αυτα συνεχιζουμε. σε καποιο μπαχαλο στην τζωρτζ χανουμε εναν μπροστα στα ματια μας. υπηρχε κοσμος που εφευγε πολυ μπροστα. “γυριστε πισω θα ερθουν απο πανω”, τιποτα, “ρε παιδια!”, και ξαφνου ηρθαν απο πανω, δυο διμοιριες πανω σε εναν πιτσιρικα, όλο το μίσος στο κεφαλι του, εχω μεινει μονος μπροστα, οι αλλοι τρεχουν πισω δεν καταλαβαν πως ολες οι διμοιριες επεσαν πανω στον μικρο και δεν μας έδιναν σημασια, μονο αυτος το καταλαβε. φευγει ενα μπουκαλι πανω στο μπουγιο, φωνες “θα καεί ο δικος μας”, ας καεί λιγο μπορει να βρει ευκαιρια να την κανει, οντως η μια διμοιρια ανοιγει σαν λουλουδι σε δεκα μεριες, μοιαζει να πετυχαινει, τρεχα, οχι, η δευτερη διμοιρια τον εχει γραπωσει για τα καλα, οταν σε πιανουν δεν σε αφηνουν ευκολα, δεν πα’ να....

IX
αρχιζουμε να πηγαινουμε στην ασοεε. παντα περναμε απο βουρκο, εχουμε και τον χωρο εκει, αλλα οι αναγκες των πρωτων ημερων εχουν δωσει την θεση τους σε αλλες. απο την μια “κατι εχει αλλαξει”, απο την αλλη, “ολα συνεχιζονται”, και οντως, μπαχαλα συνεχεια, εχουμε γινει καλοι, και οργανωμενοι πιο καλα, με αναπαυλες ενδιαμεσα, η ασοεε αποκτα το ονομα “ελβετία”, ο βουρκος ειναι το “ιρακ”. καποια στιγμή τηλεφωνο απο βουρκο, παιζει προβλημα, ειναι κατι μαυροι με χατζαρες, κατι κοπελες που φοβουνται, ετοιμαζομαστε, δεν υπαρχει ανοχη για τετοια, φτανουμε εκει, καμμια σχεση, λαθος συναγερμος. γυρναμε πισω ελβετια. εκει ερωτευομαστε παλι. δεν μπορεις να μην. φωτισμενα προσωπα. φτιαχνουμε συνεχεια, σαν εργοστασιο, αχρηστα τελικα οπως και καθε τι απο εργοστασιο, δεν πανε πουθενα. αρχιζουμε κατι μπυρες, μπαινει και μουσικη, μας κοιτανε περιεργα. δεν χωραμε νιωθουμε, δεν δινουμε σημασια, εμεις και τα κοριτσια που ερωτευθηκαμε μια συντροφια λιγο στην απ’εξω. πρώτη κουβεντα με την ε. ευφανταστη πρωτη γνωριμια, σουρρεαλισμος και συντονισμος σε πολλα επιπεδα. μου λεει τοσος κοσμος εδω περα κανεις δεν ερωτευεται; της λεω παιζει καταστολη, θα λενε μετα “για αυτό ηρθαν εδω; εδω εχουμε εξεγερση”, κι ομως τι πιο φυσικο, λεει, μεσα σε τοσο κοσμο να σου γεννηθει η αναγκη να γνωρισεις, να μιλησεις, να φιλησεις καποιον. εμεις συνεχιζουμε αλλα η γιορτη εχει αλλαξει προσωπο. την ενσωματώσαμε όμως την καταστολή γιατί ήταν η τελευταία φορά που μίλησα στην ε. με νόημα...

Όσο πιο οικείο τόσο πιο αντι-κοινωνικό.
Γιατί η διαδικασία αδελφοποίησης 
μέσω του αποκλεισμού όσων είναι “απ’έξω”
δεν σταματάει ποτέ, καθώς η συλλογική εικόνα του “εμείς” 
δεν μπορεί ποτέ να γίνει συμπαγής.
Ο διαχωρισμός και η εσωτερική διάσπαση 
είναι η βασική λογική αυτής της αδελφοποίησης,
καθώς οι αριθμοί των ανθρώπων που ανήκουν 
γίνονται ολοένα και μικρότεροι.
Είναι μια μορφή αδελφοσύνης που καταντάει αδελφοκτόνος.

X
ξεκινα η καταληψη στην γσεε... μαθαινουμε πως η συνελευση εγινε μπαχαλο. ακουστηκαν ατακες του τυπου “ποιος εισαι εσυ ρε δεν σε ξερω”, ή καλύτερα “σε ποιο σωματειο ανηκεις;”. αρχιζει να δενει το σκηνικο. κάποιοι θελουν μονο τους γνωστους τους στις φασεις, δεν θελουν εξεγερση, θελουν το τσιφλικι τους να κανει κουμαντο, δεν πα’ να γαμηθειτε, εξω απο ολα. οι μεταναστες που συναντησαμε εχουν μαζευτει σπιτια τους, ποιός ξερει γιατι... ισως η ασφαλεια που νιωθανε οσοι κατεβηκαν γυρω απο τον βουρκο να εξανεμιστηκε οταν τους την επεσαν καποιοι καταληψιες, σου λεει “τι είναι αυτοι;”, στα αλλα πεδια ήταν πιο εκτεθιμενοι, καποιους τους τραβηξαν οι οικογενειες πισω “αν σε πιασουν εσενα θα ειναι αλλιως”. βγαινει μια αφισα, μια φραση, τα λεει ολα “πειθαρχια τελος· ζωη μαγικη”. εδω ειμαστε. η αθηνα παραμενει χαωδης, τιποτα δεν λειτουργει οπως κανονικα, λεωφορεια, μετρο, μαγαζια, τραπεζες, καφε. ουτε και εμεις. βγαίνει το λυπηρο αλλα αληθινο συνθημα-συναισθημα: “τιποτα πια δεν θα ειναι το ιδιο, εκτος απο τις συνελευσεις των αναρχικων”. περναμε απο την γσεε, θλιψη. αρχικα η σκεψη, ωραιο ανοιγμα, ας μπουνε ολοι στην φαση, ποσα βηματα μπρος πρεπει να κανει ο “άσχετος” για να φυγει απο το σπιτι του και να ερθει εδω να δει, να μιλησει, να διαφωνησει, να συμμετασχει; δεν γινεται κατανοητο. για εμας ειναι ενα βημα εξω απο το σπιτι μας, ψωμοτυρι. μπατσοι, μπαχαλα, κουκουλες και τα σχετικα. για τους αλλους μια δυσβατη γεφυρα. κι ομως ερχονται. το ανοιγμα γινεται κλεισιμο. πολλοι φευγουν μουδιασμενοι. “πηγα να μιλησω, με κραξανε, δεν σε ξερουμε”. καποιοι μοιαζουν να θελουν να την κλεισουν πριν καλα καλα αρχισει. πανω πανω μπαρ με θεα, καλα μοιαζει αλλα δεν καθομαστε. παρα ειμαστε γνωστοι. βολτες περα δωθε, που και που περναει αφηνιασμενο ενα περιπολικο απο την πατησιων, τρωει πετρες ροχαλες ανα δεκα μετρα. ποσες μερες εχουμε να δουμε τετοιο πραγμα; οι μαθητες συνεχιζουν τα δικα τους, αλλα δεν πολυ-συναντιομαστε πια εκτος αν πας εκει. το βραδυ πεφτει και ενας ξεκουδουνος πυροβολισμος σε παρεα μαθητών στο περιστερι, πετυχαν τον ενα στο χερι.


Η [κριτική θεωρία] μπορεί να είναι διερευνητική,
μόνον όταν επιμένει στο επιμέρους με τέτοιο τρόπο,
που με την εμμονή σπάει την απομόνωση του.”
ΜΜ, 46

XI
δεκα πεντε μερες μετα η κατασταση ειναι τραβηγμενη απο τα μαλλια, οχι γιατι δεν υπαρχει ακομα μια γενικη ατμοσφαιρα ανυπακοης κανεις δεν πληρωνει εισιτηρια, αλλοι καπνιζουν στο μετρο και αλλες τετοιες αστειες φασεις, αλλα γιατι δεν εχουμε αντιληφθει το περας της. η μια καταληψη μετα την αλλη υποχωρει ελλειψει κοσμου και συνοχης, πολλοι εχουμε αναγκαστει να επιστρεψουμε στην δουλεια, εστω και κλεφτα στην αρχη. αν δεν κλεισουν οι δουλειες πως θα συνεχισεις; το πρωι εργαζομενος, το βραδυ καταληψιας; το συνθημα στην πατησιων τα λεει ολα “μετα απο αυτα, πως θα παμε στην δουλεια;”. παμε ομως, τι να κανουμε, στον καθενα στοιχιζει διαφορετικα η επιστροφη. αρχιζουν, ανεπαισθητα στην αρχη, καποια ψυχολογικα ζικ-ζακ. ενας φιλος χανει για λιγο την μαχη με την συμβολικη ταξη του κοσμου, τον ξεπερναει. προσπαθω να ειμαι απο κοντα, στεναχωριεμαι, φοβαμαι και παλευω. εκει ομως. συνεχιζονται κατι πορειες εδω και εκει, μαθαινουμε τα νεα για την κουνεβα “αποκλειεται, που ειμαστε;”, ξεκιναει νεα ενταση, πιο ειδική, πιο περιορισμενη. και καπου εκει ακουμε για κατι σφαιρες σε μια κλουβα. χεστήκαμε, λεω, δεν χρειαζεται να δωσουμε σημασια, καποιος την ειδε να υπενθυμισει οτι “ειμαστε και εμεις εδω”, δεν μιλαει σε εμας ομως, στους απεναντι μιλαει, δεν χρειαζεται να ασχοληθούμε, στο βαθμο που ακομα κινουμαστε και υπαρχουμε στον δρομο και αλλου δεν χρειαζεται να δωσουμε σημασια, δεν χρειαζεται να μας επηρεασει ούτε αρνητικα ουτε θετικα δεν. μετα απο λιγες μερες ομως δεν μπορεις πια να το αγνοησεις. στα ίδια μερη που δυο βδομαδες τωρα τρεχουμε, συγκρουομαστε, κοιμομαστε, ξυπναμε, εκει μεσα διαλεξε ο αλλος να παει να αδειασει το καλασνικοφ. οτι τι δηλαδη; δεν μπαινουμε σε διαδικασιες τυπου “λειτουργουν αρνητικα για το κινημα”, τι παει να πει αυτο, ποιο κινημα ακριβως; αλλα μας ενοχλει η επιστροφη στο συμβολικο και η αναγκαστικη διαμεσολαβηση της οποιας το ευρος θα καταλαβαιναμε πιο καλα μετα απο μηνες: υπαρχουν αναληψεις ευθυνης που παραπονιουνται οτι τους αγνοουν τα μμε. και μονο αυτο θα επρεπε να τους κανει να ψυλλιαστουν πεντε πραγματα. αλλά που, δεν υπάρχει τέτοια διάθεση, από οτι φαίνεται ο δεκέμβρης ήταν καλός για προπόνηση, οι συγκρούσεις με χιλιάδες κόσμο καλός προθάλαμος. τωρα εχουν αλλαξει τα πραγματα, τωρα πια υπαρχει επαναστατικος εγωισμος, υπάρχει μια μόνο βία και όποιος δεν γουστάρει τον πούλο, υπαρχει το εμεις και κανενας αλλος, αλλοι με τα λογια αλλοι με την πραξη, τωρα πια υπαρχει το ή με εμας ή με τους άλλους. τωρα πια χανεται κοσμος δεξια αριστερα και δεν μιλαμε για τιποτα, επανηλθαμε τωρα πια στο τροπαρι “καταστολη, αλληλεγγυη”. τώρα πια, ας μην γελιόμαστε, τρέχουμε πίσω από ενα κάρο ενοχές τις οποίες δεν επιλέξαμε ποτέ. ξεκινησε και ένας περίεργος εκβιασμός. δεν γίνεται αλληλεγγύη μαζι με κριτική. ή μαζί ή μόκο. λες και αυτό θα βοηθήσει κανέναν. αλλά ούτως ή άλλως, τωρα πια δεν μιλαμε, ολα υποννοούνται.

τα αυτοκίνητα, οι βόμβες και ο κινηματογράφος συγκρατούν το όλον