Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γράμματα από μακριά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γράμματα από μακριά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8 Μαρ 2013

Ημερολόγιο του πολέμου των χρυσοθήρων

Πρώτο καρέ
Έχει δέντρα στις Σκουριές που υπάρχουν περισσότερα χρόνια από ότι το ελληνικό κράτος. Και κάτι χελώνες που τους κάνουν παρέα τουλάχιστον εκατό χρόνια τώρα.

Δεύτερο καρέ
Στην βόρεια Χαλκιδική υπάρχουν μεταξύ άλλων 108.900 στρέμματα καλλιεργούμενων εκτάσεων, 276.000 στρέμματα βοσκότοποι, 814 μελισσοκόμοι και  152.385 κυψέλες, βιοκαλλιέργειες, δασικοί καρποί, θηράματα, αρωματικά φυτά και βότανα.

[Snapshot] «Σε ποια άλλη περιοχή της Ελλάδας θα φτιαχτούν 5,000 θέσεις εργασίας μέσα στα επόμενα 5 χρόνια;» Τάδε έφη Χ. Πάχτας, πρώην υφυπουργός Οικονομίας, νυν δήμαρχος Αριστοτέλη.

Τρίτο καρέ
Το 2002 η TVX Gold αναγκάστηκε υπό την πίεση των αγώνων να διακόψει τις εργασίες της. Το κράτος κίνησε γη και ουρανό για να βρει νέους επενδυτές. Τον Δεκέμβριο του 2003 τα κατάφερε. Δύο μέρες πριν είχε φτιαχτεί ο από-μηχανής-επενδυτής Hellas Gold, ιδιοκτησίας Μπόμπολα/Κούτρα. Τα 11 εκατομμύρια ευρώ που είχε δώσει το κράτος στην TVX Gold, τα πήρε πίσω από την Hellas Gold. Λεπτομέρεια: η εκτιμώμενη αξία των μεταλλείων ανέρχεται στα 6 δις δολάρια. 

[Snapshot] «Αν δεν εκμεταλλεύεσαι τον υπαρκτό πλούτο, χάνει την αξία του», τάφε έφη Χ. Πάχτας.

Τέταρτο καρέ
Ακόμα και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κοκκίνισε από ντροπή απέναντι σε αυτή την συμφωνία. Την κατηγόρησε ως ευνοϊκή, και ανάγκασε την Hellas Gold να πληρώσει 15 εκατομμύρια ευρώ (συν τόκους) στο κράτος. Το κράτος προσέβαλλε την απόφαση και κατέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Προφανώς. 

[Snapshot] «Το Ελληνικό κράτος παγίως προσφεύγει κατά των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που κρίνουν ότι δεν έχει κάνει καλά την δουλειά του. Δεν έχει το αλάθητο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή», τάδε έφη Γ. Παπακωνσταντίνου, πρώην υπουργός Οικονομίας, πρώην Υπουργός Περιβάλλοντος, νυν ανερχόμενο αστέρι της λαμογιάς.

Πέμπτο καρέ
To 2011 η Eldorado Gold αγόρασε την European Goldfield, η οποία είχε αγοράσει το 2007 το 95% της Hellas Gold.

Έκτο καρέ
Τον Αύγουστο του 2010 η Hellas Gold δημοσίευσε την Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ). Στην μελέτη αυτή, υποστήριξε πως δεν θα χρησιμοποιήσει κυάνιο για την εξόρυξη του χρυσού. Αντί αυτού, θα παίξει με μια νέα φάση, ονόματι «flash smelting» (ακαριαία τήξη). Η μέθοδος της ακαριαίας τήξης εξαρτάται από την ποσότητα αρσενικού που υπάρχει στα μεταλλεύματα. Υπάρχουν μόνο 6 εργοστάσια στην Ευρώπη τα οποία χρησιμοποιούν αυτή την μέθοδο, και κανένα από αυτά δεν αποδέχεται συμπυκνώματα με περισσότερο από 0.4% αρσενικό. Στις 4,000 σελίδες της ΜΠΕ, η Hellas Gold ξέχασε να γράψει πόσο αρσενικό θα υπάρχει στο συμπύκνωμα. Το είχε καταγράψει όμως η TVX Gold πριν από αυτούς: 11%.

Έβδομο καρέ
Στο παιχνίδι με τις μουσικές καρέκλες της κυβέρνησης του 2011, ο Παπακωνσταντίνου σηκώθηκε από Υπουργός Οικονομικών και έκατσε Υπουργός ΠΕ.ΚΑ. Μέσα σε είκοσι μέρες ενέκρινε την ΜΠΕ της Hellas Gold.

[Snapshot] «Είναι πολύ εύκολο να αντιδράς σε ένα σχέδιο, να λες πως έχει προβλήματα. Αλλά είναι εξαιτίας αυτής της λογικής που χρόνια τώρα η χώρα δεν ελκύει τα ξένα κεφάλαια που χρειάζεται να ελκύσει.» Τάδε έφη Παπακωνσταντίνου.

Όγδοο καρέ
Όταν ρωτήθηκε η Hellas Gold αν υπάρχει άλλο εργοστάσιο που επεξεργάζεται συμπυκνώματα με αρσενικό στην Ευρώπη, η εταιρεία απάντησε πως ναι, υπάρχει! Το όνομα αυτού: Pirdop, και η τοποθεσία αυτού, Βουλγαρία. Το εν λόγω εργοστάσιο παραλαμβάνει συμπυκνώματα με υψηλή περιεκτικότητα αρσενικού από το γειτονικό μεταλλείο Chelopech. Κοινώς, σταματήστε την γκρίνια.

Βέβαια τα τσακάλια της εταιρείας μπερδεύτηκαν λίγο με τις ημερομηνίες, αλλά δεν τρέχει και τίποτα, εδώ εμείς και... Ξέχασαν παραδείγματος χάριν να αναφέρουν πως το Pirdop σταμάτησε να αποδέχεται συμπυκνώματα από το Chelopech ήδη από το 1990, λόγω μιας μικρό-διαρροής 200 τόνων τοξικών και αρσενικού στην γύρω περιοχή. Τα συμπυκνώματα του Chelopech άλλαξαν κατεύθυνση και πήγαν προς την εργοστασιάρα Tsumeb στην Ναμίμπια. Βέβαια και εκεί έπαιξε λίγο θέμα, καθώς μέσα σε λίγους μήνες διάφοροι εργάτες συριζαίοι παραπονέθηκαν ότι έβγαζαν τον καρκίνο με τις μαλακίες που τους έστελναν από την Βουλγαρία. Η εταιρεία αρνήθηκε κάθε σχέση μεταξύ του αρσενικού και της υγείας των εργαζομένων, κατηγόρησε το οικολογικό λόμπι της Ναμίμπια για προπαγάνδα, και απέλυσε τους άρρωστους εργαζόμενους γιατί της χάλαγαν την μόστρα.

Λίγο καιρό μετά, το κράτος πρότεινε (έτσι γενικά) να μην γίνονται καλλιέργειες σε ακτίνα 6 χιλιομέτρων από το Tsumeb, ενώ ο δήμος παρακάλεσε τους δημότες να σταματήσουν να πίνουν το νερό. Μετά, στην ζούλα, απαγόρευσε την εισαγωγή συμπυκνωμάτων από το Chelopech. Χαλαρά πράγματα.

[Snapshot] «Πρέπει να αποφασίσουμε κάποια πράγματα. Θέλουμε ή δεν θέλουμε ανάπτυξη; Θέλουμε ή δεν θέλουμε εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου; Εάν δεν θέλουμε να το πούμε και να το πάρουμε απόφαση. Αλλά θα είμαστε τότε η μόνη χώρα στην Ευρώπη που δεν εκμεταλλεύεται τον ορυκτό της πλούτο.» Τάδε έφη Παπακωνσταντίνου.

Ένατο καρέ
Στην Ρόσια Μοντάνα της Ρουμανίας, η καναδική Gabriel Resources θέλει να φτιάξει και αυτή ένα μεταλλείο χρυσού. Επειδή οι κάτοικοι της έσπασαν τα νεύρα, τους παραχώρησε κάτι λυόμενα σε μια άλλη πόλη και έδιωξε το 70%. Επίσης, επειδή η εταιρεία είναι πολύ καλή, έδωσε και αποζημίωση και σε όσους ξέθαβαν τους νεκρούς τους και τους έπαιρναν μαζί τους.

[Snapshot] «Είμαστε εδώ για να μείνουμε». Τάδε έφη ο εκπρόσωπος της Gabriel Resources.

Δέκατο καρέ
Με κυάνιο ή με αρσενικό, τα μεταλλεία στις Σκουριές θα προχωρήσουν. Όλη η περιοχή θα χαρακτηριστεί βιομηχανική. Θα αποψιλωθούν 2,500 στρέμματα δάσους. Θα φτιάξουν έναν κρατήρα, 2 φράγματα και δυο λίμνες για τα τοξικά απόβλητα χωρητικότητας 80,000 τόνων. Κάθε μέρα θα χώνουν 6 τόνους δυναμίτη. Οι υδρορροές θα σπρωχτούν πιο βαθιά, στεγνώνοντας τα βουνά. Την ίδια στιγμή τα νερά θα μολυνθούν από τις διηθήσεις ρύπων. Θα παίξει ατμοσφαιρική ρύπανση από την σκόνη του μεταλλεύματος. Το οικοσύστημα της περιοχής θα υποστεί αμετάκλητες ζημιές. Κάτοικοι και εργαζόμενοι θα παίζουν λόττο για να αποφύγουν καρκίνους και πληθώρα βλάβες στην υγεία τους.

[Snapshot 1] «Με το που μπαίνεις στο δάσος, συμβάλλεις στην ανανέωση του. Δεν νομίζω ότι μια καταστροφή της τάξεως του 0.4% είναι σημαντικό θέμα». Τάδε έφη Π. Στρατουδάκης, Γενικός Διευθυντής Hellas Gold.

[Snapshot 2] «Παλιά λέγαμε, «πρώτα η υγεία, μετά η δουλειά». Τώρα λέμε, «πρώτα η δουλειά». Τάδε έφη εργαζόμενος στα μεταλλεία, υπερασπιζόμενος την επένδυση.  

Ενδέκατο καρέ
Κάτοικοι της περιοχής και αλληλέγγυοι γράφουν στο μουνί τους τις παπαριές της Hellas Gold, της Eldorado, του Πάχτα, του κράτους καθώς και τις ανάγκες της οικονομίας.

[Snapshot 1] «Υποχρέωση μας να διαφυλάξουμε τις ξένες επενδύσεις.» Τάδε έφη Ν. Δένδιας, Υπουργός Δημοσίας Τάξης

[Snapshot 2] «Όχι σε τσαμπουκάδες για την ματαίωση μιας επένδυσης.» Τάδε έφη Μ. Βορίδης, Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος ΝΔ.
 
***

«Αυτό που προβληματίζει όλους αυτούς τους φανατικούς δεν αφορά στην δημιουργία κάποιων φραγμών, όσο μικρών και αν είναι, στην φρικιαστική ύπαρξη των θανατηφόρων μηχανημάτων τους. Όχι. Το μόνο που τους απασχολεί είναι το γεγονός ότι τα θύματα τους έχουν το θράσος να εξεγείρονται ενάντια στην κατάσταση γενικευμένης άγνοιας που επιβάλλουν και να αμφισβητούν τις καθησυχαστικές διαταγές της κυβέρνησης. [...]

Προτάσσουμε την θέληση να αρνηθούμε τον περιορισμό της ιστορίας σε μια απλή αναπαραγωγή του παρελθόντος, και τον περιορισμό του μέλλοντος σε μια απλή διαχείριση των ερείπιων του παρόντος.»

6 Οκτ 2012

Περί πολιτικής αστάθειας

 Παρατηρώντας την Ελλάδα από το εξωτερικό, θα μπορούσε κάλλιστα να πει κάποιος πως η χώρα παρουσιάζει τρομακτική πολιτική αστάθεια.

Μια χούφτα απεργοί μιας από τις πιο κεντρικές παραγωγικές δραστηριότητες της χώρας εφορμούν ανενόχλητοι στο Υπουργείο Αμύνης, συγκρούονται με την (καθυστερημένη) αστυνομία, και όσοι συλλαμβάνονται αφήνονται την επόμενη μέρα, αφού οι συνάδελφοι τους και πλήθος αλληλέγγυων έχουν "πολιορκήσει" και την ΓΑΔΑ.

Από την άλλη, ένα ανοιχτά φασιστικό και ρατσιστικό κόμμα παίζει σε διπλό ταμπλό: από την μία εξαπολύει τους αυστραλοπίθηκους του στον δρόμο, σε μια φαινομενική (1) υποκατάσταση του νόμου και της τάξης, και από την άλλη, από το σεβαστό βήμα της βουλής κάνει "αντί-κοινοβουλευτική" προπαγάνδα, φτάνοντας σε φαντασιόπληκτες ρήσεις του τύπου "όταν έρθουμε εμείς στα πράγματα...", και παραληρώντας περί της πρακτικής δυνατότητας της Ελλάδας να παίξει κρίσιμο γεωπολιτικό ρόλο στην περιοχή, λόγω των ανεξάντλητων πλουτοπαραγωγικών πηγών (πετρελαίου, κ.α.) που παραμένουν αδρανή στα βάθη της Αιγαίου.

Η πρώτη ανοιχτή και δημόσια αντιπαράθεση του ριζοσπαστικού χώρου με τις φασιστικές και ρατσιστικές πρακτικές συναντά μια αδιανόητη χορωδία αστυνομικής καταστολής και δικαστικής αυθαιρεσίας, επιβεβαιώνοντας και στον πιο καχύποπτο την κυρίαρχη πολιτική του κράτους απέναντι στα "άκρα", την οποία είχε ξεστομίσει σε ανύποπτο χρόνο ο πρώην Υπουργός ΠροΠο πριν κάποιους μήνες: το μοναδικό πρόβλημα, μας είχε ενημερώσει τότε ο Υπουργός, με τις φασιστικές συμμορίες είναι ότι ενεργοποιούν το αντίθετο άκρο και προκαλείται έτσι μια περαιτέρω "ανομία".

Την ίδια στιγμή το ΠΑΣΟΚ, ο κυρίαρχος πόλος στελέχωσης του κρατικού μηχανισμού της Ελλάδας των τελευταίων 30 χρόνων, διασύρεται ανεπανόρθωτα από γελοία σκάνδαλα, με αποτέλεσμα κάποια εναπομείναντα στελέχη να αντιδρούν σπασμωδικά χειροτερεύοντας την ήδη κακή εικόνα τους, άλλα στελέχη να εγκαταλείπουν το βυθιζόμενο πλοίο, και άλλα να αυτοκτονούν. Η σμίκρυνση αυτού του κυβερνητικού κόμματος σε αστεία καρικατούρα της ιστορικής του διαδρομής σίγουρα προκαλεί ρωγμές στο κρατικό κατεστημένο, των οποίων το αποτέλεσμα εντείνει τις ήδη υπάρχουσες κοινωνικές (αν)ισορροπίες.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, μια κορυφαία εφημερίδα του αστικού τύπου "αποκαλύπτει" πως η Ελλάδα απέφυγε στρατιωτικό πραξικόπημα στο τσακ, ρίχνοντας έτσι άφθονο λάδι στην φωτιά της κοινωνικής αρρυθμίας, προσθέτοντας την τελευταία πινελιά στον πίνακα της πολιτικής αστάθειας, την φημολογία της ανεξέλεγκτης κατηφόρας και των πιθανών αλλαγών που μπορεί να συμβούν στο μέλλον.

Μήπως όμως όλη αυτή η συζήτηση περί πολιτικής αστάθειας και η θεαματική χρήση του όρου δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια σιωπηρή και ασυνείδητη αποδοχή της κυρίαρχης ιδεοληπτικής προπαγάνδας περί της συνεχιζόμενης ανομίας ως βασικότερο κοινωνικό πρόβλημα της Ελλάδας; Προφανώς, μια θολή και συγχυσμένη αναφορά σε αυτά τα γεγονότα προκαλεί ένα δέος: επιθέσεις σε υπουργεία, άνοδος της φασιστικής δεξιάς, φημολογίες περί πραξικοπημάτων, άγρια καταστολή οποιασδήποτε αντίδρασης, συνέχιση των μέτρων λιτότητας, καλέσματα από πασοκοθρεμμένους συνδικαλιστές περί γενικής απεργίας διαρκείας και καταλήψεων των βασικών πυλώνων του κρατικού μηχανισμού. Αλλά η έννοια της πολιτικής αστάθειας χρειάζεται περαιτέρω επεξεργασία. 

***

Τα τελευταία 3 χρόνια έχει υπάρξει μια άνευ ιστορικού προηγουμένου, σε παγκόσμιο επίπεδο, υποτίμηση: μειώσεις μισθών, συντάξεων και παροχών· δραματική πτώση της καταναλωτικής δύναμης, με καταστροφικό αντίκτυπο στην επιχειρηματική μικρο-ιδιοκτησία· στασιμότητα ή και αύξηση των τιμών με συνεπακόλουθο την κατρακύλα του βιοτικού επιπέδου· κάθετη αύξηση της φορολογίας· κατάρρευση του (ήδη προβληματικού) κοινωνικού κράτους μέσω μιας συστηματικής αποσυναρμολόγησης του συστήματος υγείας και εκπαίδευσης· τρομακτική αύξηση της ανεργίας· ένταση της κατασταλτικής πλευράς του κρατικού μηχανισμού· ραγδαία αύξηση της κοινωνικής αποδοχής φασιστικών/ρατσιστικών αντιλήψεων και πρακτικών.

Αυτές οι εξελίξεις έχουν απαντηθεί με μια σειρά από αγώνες: γενικές απεργίες, καταλήψεις δημοσίων κτιρίων και νοσοκομείων, άγριες συγκρούσεις με την αστυνομία, απαλλοτριώσεις και εμπρησμοί, από-νομιμοποίηση της πολιτικής σκηνής, συνελεύσεις γειτονιάς, έφοδοι σε σούπερ μάρκετ, το κίνημα στις πλατείες, τεράστια άνοδος της εκλογικής δύναμης της κοινοβουλευτικής αριστεράς, κατά τόπους εργασιακές αντιπαραθέσεις, απόπειρες αυτό-διαχείρισης, αλληλέγγυα οικονομία, πρόσκαιρη αλλά γενικευμένη ανυπακοή. Σίγουρα κάποιες από αυτές τις αντιδράσεις απέχουν από το να κατέχουν ουσιαστικά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά, αλλά προς το παρόν αυτό δεν έχει άμεση σημασία. Αυτό που έχει σημασία στην συγκεκριμένη αναφορά είναι πως οι παραπάνω αντιδράσεις έγιναν αντιληπτές (από τους συμμετέχοντες ή/και από τους θεατές τους), είτε σε πραγματικό επίπεδο είτε σε φαντασιακό/συμβολικό επίπεδο, ως απόπειρες ανατροπής της πολιτικής της λιτότητας και (ως πιθανές) εναλλακτικές απαντήσεις στην οικονομία της κρίσης.

Τόσο τα μέτρα που έχουν παρθεί, όσο και οι αντιδράσεις σε αυτά, παραμένουν άνευ προηγουμένου σε ένταση και συνέπειες. Την ίδια στιγμή όμως, αν επιχειρήσουμε μια κάποια αποτίμηση των αγώνων ενάντια στα μέτρα, το συμπέρασμα είναι πως η γενικευμένη αντίσταση δεν έχει καταφέρει να ανακόψει την συστηματική υποτίμηση.

Οι αγώνες πού έχουν ξεσπάσει (και στους οποίους συμμετέχουν ο ριζοσπαστικός χώρος, η αριστερά και ένα ετερογενές πλήθος ενός πρόσφατα προλεταριοποιημένου πληθυσμού) έχουν γεννήσει ελπίδες, έχουν τονώσει κατά καιρούς το ηθικό των ανθρώπων που εμπλέκονται σε αυτούς, έχουν δημιουργήσει νέες κοινωνικές σχέσεις και νέους τρόπους συνύπαρξης. Αλλά, παρά την δυναμική ένταση τους, δεν έχουν καταφέρει να πάρουν πίσω ούτε 50 ευρώ από τις περικοπές σε μισθούς, συντάξεις και επιδόματα· δεν έχουν αντιστρέψει παρά πρόσκαιρα την υποτίμηση της καταναλωτικής δύναμης, της αύξησης των τιμών ή και της φορολογικής επίθεσης· δεν έχουν καταφέρει να αντισταθούν στην καταρράκωση του συστήματος υγείας και εκπαίδευσης· δεν έχουν βρει τρόπους να αντισταθμίσουν την άνοδο της ανεργίας (έστω και με κοινωνικές πολιτικές που άπτονται της ρεφορμιστικής αριστεράς)· δεν έχουν καταφέρει να συνενωθούν δυναμικά απέναντι στην αυξανόμενη καταστολή και στα ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά του καθεστώτος· δεν έχουν δείξει σημάδια (παρά μόνο περιστασιακά) μιας επιτυχούς αντιπαράθεσης με τις φασιστικές συμμορίες.

Αντιθέτως, αυτό που βλέπουμε να αναδεικνύεται εδώ και κάποιους μήνες στο ερειπωμένο τοπίο της κοινωνικής και ταξικής σύγκρουσης είναι μια αμηχανία και απογοήτευση, μια πρόσκαιρη αλλά ουσιαστική πρόσδεση στο εκλογικό θέαμα, μια εναπόθεση της ελπίδας ανατροπής της λιτότητας σε μορφές αντίστασης που θεωρούν κάθε ριζοσπαστική πρόταση ή πρακτική ανεδαφική και μη-ρεαλιστική. Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα της λιποψυχίας της αριστεράς, η οποία ποτέ δεν είχε και ριζοσπαστικές αξιώσεις, αλλά περισσότερο της απογοήτευσης από την αποτυχία των έως τα τώρα τρόπων αντίδρασης.

Ταυτόχρονα, έχουμε μια απειλητική και ουσιαστική άνοδο του κοινωνικού κανιβαλισμού, την δημιουργία μιας ψευδούς αντί-συστημικής ρητορικής με ξεκάθαρα ρατσιστικές πρακτικές, την έμμεση επαναφορά του εθνικού κρατικού μηχανισμού ως διαμεσολαβητή/προστάτη που καλείται να επανορθώσει τα κακώς κείμενα της οικονομίας (μια εξέλιξη η οποία ανήκει τόσο στην ακροδεξιά ρητορεία όσο και στην ρεφορμιστική αριστερά).

***

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η γλώσσα της εξουσίας έχει όντως γίνει συνολικά ρεφορμιστική, με την έννοια πως το αίτημα για «κάθαρση», για συνολική αλλαγή του «συστήματος» διακυβέρνησης και οικονομικής διαχείρισης, ανήκει πλέον στα χείλη όλων εκείνων των οποίων επάγγελμα είναι να υπερασπιστούν τις κοινωνικές σχέσεις του καπιταλισμού.

Εκεί που παλιότερα υπόσχονταν μόνο την ευτυχία σε πολύ δελεαστικές τιμές, τώρα δεν κάνουν άλλο από το να αναγνωρίζουν τις αποτυχίες του συστήματος. Ξαφνικά, οι διαχειριστές των κοινωνικών σχέσεων ανακάλυψαν πως τα πάντα πρέπει να αλλάξουν, επιδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο πως ο πληθυσμός έχει χάσει κάθε εμπιστοσύνη στις κυβερνήσεις του. Εφιστούν όμως την προσοχή μας στο γεγονός πως μόνο αυτοί είναι ικανοί να επιτύχουν αυτές τις απαιτούμενες αλλαγές, καθώς μονάχα αυτοί έχουν την απαραίτητη εμπειρία και τα κατάλληλα μέσα για κάτι τέτοιο.

Αυτοί που διαχειριζόντουσαν δηλαδή την οικονομία και τις αντιφάσεις της για τόσο καιρό, εμφανίζονται ως οι πλέον κατάλληλοι για να διαχειριστούν την κρίση αυτής της οικονομίας, μέσω της απειλής πως οποιαδήποτε εναλλακτική απλά οδηγεί στην απόλυτη καταστροφή και την έλευση του εωσφόρου επί της γης. Η διαδικασία της αναγνώρισης των κακών κειμένων της οικονομίας και της διακυβέρνησης γίνεται βέβαια με ιδιαίτερη προσοχή, ασχέτως των φαινομενικά αντικρουόμενων προσεγγίσεων περί αυτής. Ανισότητες και δυσλειτουργίες οι οποίες εξέθρεψαν τους κρατικούς λειτουργούς και τις καπιταλιστικές σχέσεις στην προηγούμενη περίοδο εμφανίζονται –δια στόματος των ιδίων– ως σημεία απαραίτητης χειρουργικής επέμβασης, υποσχόμενοι πως (μέσω από τις απαραίτητες θυσίες που πρέπει να κάνουν οι προλετάριοι) οι νέοι σωτήρες μας θα μας γλιτώσουν από τις καταστροφικές συνέπειες που οι ίδιοι παράγουν μαζικά.

Η ανάγκη όμως για μεταρρύθμιση του συστήματος δεν είναι μια κοροϊδία που εκτοξεύουν οι υπερασπιστές του για να ρίξουν στάχτη στα μάτια των προλετάριων. Αντικατοπτρίζει αντιθέτως κοινωνικές διεργασίες που είναι ήδη εν κινήσει. Απλά, αυτό που πρέπει να εξασφαλιστεί είναι πως όποιες αλλαγές και αν είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθούν, πρέπει να παραμείνουν υπό τον σαφή έλεγχο των ίδιων αφεντικών. Ή μήπως όχι;

***

Οι εξελίξεις στην πολιτική αρένα του τελευταίου χρόνου θέτουν υπό αμφισβήτηση την θεωρία περί πολιτικής αστάθειας. Αυτό που γίνεται από κάποιους αντιληπτό ως μια ιστορική μεταστροφή των πολιτικών δεδομένων, που διαταράσσει την ισορροπία του μεταπολιτευτικού σκηνικού, μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητό ως μια απόδειξη της τρομακτικής ελαστικότητας της πολιτικής εξουσίας της καπιταλιστικής τάξης, η οποία δεν φοβάται να θυσιάσει ακόμα και τους πιο αποδεδειγμένα ικανούς υπηρέτες της προκειμένου να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις (βλ. συνολική υποτίμηση) που έχει επιλέξει. Οι αλλαγές του πολιτικού (θεατρικού) σκηνικού, αλλά και οι κυβερνήσεις που προκύπτουν από αυτή την διαδικασία, δεν επιδεικνύουν μια αδυναμία του συστήματος να αντλήσει συναίνεση απέναντι στην συνολική επίθεση εναντίον των προλετάριων. Αντιθέτως, δείχνουν πως είναι έτοιμοι να κάνουν οποιαδήποτε θυσία προκειμένου οι βασικοί πυλώνες της λιτότητας και της καταρράκωσης του βιοτικού επιπέδου να παραμείνουν σταθεροί.

Αν η έννοια της πολιτικής σταθερότητας γίνεται κατανοητή ως η αδιάκοπη εναλλαγή του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ ως κυβερνητικά κόμματα στον αιώνα τον άπαντα, τότε όντως το πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα έχει αλλάξει και παρουσιάζει αστάθεια. Αν όμως κατανοήσουμε την πολιτική σταθερότητα ως την απαραίτητη συνέχιση της οικονομικής λιτότητας, ακόμα και αν είναι απαραίτητο να αλλάξουν τα πρόσωπα τα οποία την επιβάλλουν και την διαχειρίζονται, τότε η πραγματική απορία είναι πως έχουν επιβάλλει την συνεχιζόμενη ύφεση με τόση σταθερότητα. Αν η έννοια της σταθερότητας έχει να κάνει με την έλλειψη ταξικών συγκρούσεων, και της γενικευμένης «ανομίας» που οι αγώνες αυτοί εμμέσως προκαλούν, τότε όντως η Ελλάδα διανύει μια περίοδο οξυμένης αστάθειας. Αν όμως η σταθερότητα αφορά στην αδιάκοπη συνέχιση των καπιταλιστικών σχέσεων και των πολιτικών της συστηματικής υποτίμησης του προλεταριακού πόλου, τότε είμαστε αναγκασμένοι να παρατηρήσουμε πως η καπιταλιστική σχέση και ο κρατικός της μηχανισμός παραμένουν άθικτοί –αν δεν ενδυναμώνονται κιόλας. 

***

Αν υπάρχει κάποια αστάθεια στην σημερινή κατάσταση, αυτή δεν οφείλεται ούτε στην ιστορική εξαφάνιση του ΠΑΣΟΚ ως κόμμα εξουσίας, ούτε στις φήμες περί επικείμενου πραξικοπήματος (2), ούτε και στην άνοδο της αριστεράς ως πιθανή νέα κυβέρνηση. Δεν οφείλεται ούτε και στις συνεχιζόμενες ταξικές συγκρούσεις που προφανώς και δημιουργεί η συνεχιζόμενη λιτότητα. Η αδυναμία των προλεταριακών αντιστάσεων απέναντι στην πρωτοφανή επίθεση που δεχόμαστε εντείνει την σταθερότητα της καπιταλιστικής τάξης.

Η αστάθεια σήμερα έχει να κάνει ρητά με την αδυναμία των ίδιων των διαχειριστών της οικονομίας και της κρατικής διαμεσολάβησης να υπολογίσουν με ακρίβεια και μακρό-οικονομική διαύγεια τα πραγματικά αποτελέσματα της ίδιας της πολιτικής που έχουν επιβάλλει. Στον βαθμό που δεν έχει εμφανιστεί μια ουσιαστική και μακροχρόνια λύση στην οικονομική κρίση σε παγκόσμιο επίπεδο, οι βραχυχρόνιες λύσεις που επιβάλλονται αυτή την εποχή είναι ακριβώς αυτό: βραχυχρόνιες. Δεν έχουν φανεί ικανές να επαναφέρουν συνθήκες πραγματικής κερδοφορίας σε ένα μακροχρόνιο ορίζοντα.

***

Όσο η κρίση θα συνεχίζεται (και από ότι φαίνεται αυτό ακριβώς θα κάνει), και ο εθνικός λόγος θα παραμένει κυρίαρχο χαρακτηριστικό του προλεταριακού αυτό-προσδιορισμού, είναι σίγουρο πως θα ενταθούν τόσο οι φασιστικές/ρατσιστικές αντιλήψεις και πρακτικές, όσο και η προσκόλληση στον κρατικό μηχανισμό ως αφηρημένο από μηχανής θεό και προστάτη που καλείται να εξισορροπήσει τις ανισότητες που προκύπτουν από τις καπιταλιστικές σχέσεις. Η προλεταριοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού θέτει ένα και μοναδικό ιστορικό στοίχημα: την υπεράσπιση του προλεταριάτου ως πόλο της καπιταλιστικής σχέσης και συνεπώς την προσπάθεια αντιστάθμισης της υποτίμησης εντός αυτής της σχέσης και των επακόλουθων πυλώνων της –αντιλαμβανόμενοι τους εαυτούς μας ως παραγωγικές μονάδες, ως εθνικές οντότητες, ως αιώνια ξεπεσμένους αλλά παρόλα αυτά συνεργάτες της καπιταλιστικής μηχανής. Ή την απαρχή της άρνησης της προλεταριακής εμπειρίας, καταστρέφοντας τους (εθνικούς, φυλετικούς και έμφυλους) διαχωρισμούς που επιβάλλει το κεφάλαιο και το κράτος για να διευκολύνουν την παραγωγή αξίας, την ανταλλαγή εμπορευμάτων και την αλλοτρίωση.




 Σημειώσεις
 (1) Φαινομενική γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία υποκατάσταση, παρά μια αλληλοσυμπλήρωση, τόσο σε επίπεδο "μεταναστευτικής" πολιτικής, όσο και γενικότερης πολιτικής. Η χρυσή αυγή, είναι απολύτως σαφές, κάνει ό,τι κάνει στον δρόμο με την πλήρη συνεργασία και ανοχή των μπάτσων.

(2) Μια φαντασιακή εξέλιξη που πάει χέρι-χέρι με την άνοδο των φασιστικών συμμοριών, την ανάγκη μιας εκ των προτέρων καταδίκης κάθε «ακραίας» πολιτικής, και την υπεράσπιση τελικά της αγαπητής Δημοκρατίας –ως αδιαμφισβήτητη μορφή πολιτικής κυριαρχίας του κεφαλαίου. Προφανώς και οι αντιλήψεις που ορίζουν την διαχείριση της κρίσης στην Ελλάδα ως «απώλεια εθνικής κυριαρχίας» και «ξεπούλημα του εθνικού πλούτου» χτύπησαν αρκετά καμπανάκια στους στρατόκαυλους που ξεχείλισαν από πατριωτική οργή και καθήκον απέναντι σε αυτή την «προδοσία». Καλό όμως είναι να θυμούνται οι πάσης φύσεως συνωμοσιολόγοι πως δεν αρκούν κάποια στελέχη του στρατού (όσο στρατηγικές θέσεις και αν κατέχουν) για να επιτευχθεί πραξικόπημα. Πάνω από όλα, χρειάζεται και μια ουσιαστική στήριξη από σημαντικά κομμάτια της αστικής τάξης και του επιχειρηματικού κόσμου, κάτι το οποίο δεν υπάρχει σήμερα. Αν μη τι άλλο για τον απλούστατο λόγο πως μια στρατιωτική δικτατορία στην Ελλάδα θα οδηγούσε την χώρα de facto έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη, μια επιλογή που δεν μοιάζει να επιθυμεί όχι απλά η αστική τάξη αλλά και κανένα κομμάτι του πολιτικού και κοινωνικού ιστού (με εξαίρεση τα απομεινάρια του ΚΚΕ και της Ανταρσύας).



18 Οκτ 2011

γράμμα από το 1926







"Πλησιάζει η στιγμή που οι φουσκωμένες θάλασσες της αγανάκτησης θα ξεχυθούν στα παγωμένα ποτάμια, θα πλυμμηρίσουν, θα σκάψουν βαθιά την πετρωμένη χέρσα γη, θα σαρώσουν σύνορα, θα γκρεμίσουν τις εκκλησίες, θα πλύνουν τους λόφους απ' την αστική αυταρέσκεια, θα κλαδέψουν τις κορφές της αριστοκρατικής αναισθησίας, θα βυθίσουν τα φράγματα που η μειονότητα των εκμεταλλευτών στήνει στον δρόμο της εκμεταλλευόμενης μάζας, θα ξαναδώσουν στην ανθρωπότητα το μέλλον της γλιτώνοντας την απ' τους απαρχαιωμένους θεσμούς, τους θρησκευτικούς φόβους, το σοβινιστικό φανατισμό και όλα όσα διαιωνίζουν την εξαθλίωση των πολλών για το συμφέρον των δίποδων καρχαριών, για τις κυράτσες τους και όλη τους τη φάρα."

4 Οκτ 2011

επίκαιρο σχόλιο του 1977


(αντιγραφη από το rioter.info)

 Συνέντευξη του Paul Mattick στη Lotta Continua 

(οικονομική κρίση & επαναστατική βία), 1977

 


Ερώτηση: Φαίνεται πως μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο δριμείας οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Ποιά είναι τα νέα χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου, σε σύγκριση με εκείνην του 1930′;

Απάντηση: Η βασική αιτία της τρέχουσας κρίσης [1977] είναι η ίδια με κάθε προηγούμενη καπιταλιστική κρίση. Ωστόσο, κάθε κρίση έχει δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όσον αφορά το ξεκίνημά της, τις αντιδράσεις που προκαλεί, και το αποτέλεσμά τους. Η μεταβαλλόμενη διάρθρωση του κεφαλαίου είναι ο λόγος αυτών των ιδιαιτεροτήτων. Σε γενικές γραμμές, μια κρίση ακολουθεί μια περίοδο επιτυχούς συσσώρευσης κεφαλαίου, όπου τα κέρδη που παράγονται και πραγματοποιούνται είναι εφικτά να διατηρήσουν έναν δεδομένο ρυθμό επέκτασης. Αυτή η κατάσταση καπιταλιστικής ευφορίας απαιτεί μια ολοένα αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας, αρκετά μεγάλη ώστε να αντισταθμίσει τη σχετική μείωση της κερδοφορίας που προέκυψε απ’ την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου. Το ανταγωνιστικό κι ως εκ τούτου τυφλό κυνήγι του κέρδους εκ μέρους κάθε μεμονωμένου κεφαλαίου δεν μπορεί παρά να αγνοήσει την μεταβαλλόμενη σύνθεση κεφαλαίου/εργασίας, τη σύνθεση του κοινωνικού κεφαλαίου. Η κρίση ξεσπά, όταν μια ραγδαία δυσαναλογία μεταξύ του απαιτούμενου ρυθμού κερδοφορίας του κοινωνικού κεφαλαίου και του αναγκαίου ρυθμού συσσώρευσης απαγορεύει την περαιτέρω επέκτασή του. Αυτή η υποβόσκουσα μα αψηλάφητη εμπειρικά απόκλιση έρχεται στο προσκήνιο με όρους αγορών, ως έλλειψη πραγματικής ζήτησης, κάτι που είναι μια άλλη έκφραση για την έλλειψη συσσώρευσης πάνω στην οποία συσσώρευση βασίζεται η πραγματική ζήτηση.

Οι πριν το 1930 περίοδοι ύφεσης, αντιμετωπίστηκαν με αποπληθωριστικές πολιτικές, δηλαδή, αφήνοντας τους “νόμους της αγοράς” να κάνουν τον κύκλο τους με την προσδοκία ότι αργά ή γρήγορα η φθίνουσα οικονομική δραστηριότητα θα αποκαθιστούσε την παλιά ισορροπία προσφοράς και ζήτησης κι έτσι να αναζωογονήσει την κερδοφορία του κεφαλαίου. Η κρίση του 1930 ωστόσο, ήταν τόσο βαθυά κι εκτεταμένη που απέτρεπε μια αντιμετώπισή της μ’ αυτόν τον παραδοσιακό τρόπο. Η απάντηση ήταν αυτήν τη φορά πληθωριστικές πολιτικές -δηλαδή, κυβερνητικές παρεμβάσεις στους μηχανισμούς της αγοράς, μέχρι το σημείο ενός παγκοσμίου πολέμου, ώστε να αναδιαρθρωθεί η παγκόσμια οικονομία μέσω μιας βίαιας συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, εις βάρος των πιο αδύναμων εθνικών κεφαλαίων, και μέσω της άπλετης καταστροφής κεφαλαίου τόσο σε νομισματική όσο και σε φυσική μορφή. Χρηματοδοτημένα μέσω των δημοσιονομικών ελλειμάτων, δηλαδή με πληθωριστικές μεθόδους, τα αποτελέσματα ήταν και πάλι αποπληθωριστικά, όμως σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα απ’ αυτήν που είχε επιτευχθεί ως τότε με την παθητική προσκόλληση στους “νόμους της αγοράς”. Η μακρά περίοδος ύφεσης και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, και η συνεπαγόμενη τεράστια καταστροφή κεφαλαίου, δημιούργησε τις συνθήκες για μια εξαιρετικά μακροχρόνια περίοδο καπιταλιστικής επέκτασης στις πιο προηγμένες δυτικές χώρες.

Τόσο ο αποπληθωρισμός όσο και ο πληθωρισμός οδηγούσαν μετέπειτα στο ίδιο αποτέλεσμα, σε μια νέα άνοδο του κεφαλαίου, και συνεπώς χρησιμοποιήθηκαν εναλλάξ στις προσπάθειες διασφάλισης της καινούριας οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας. Αναμφίβολα, είναι εφικτό μέσω χρηματοδότησης του ελείμματος, δηλαδή μέσω πίστωσης, να ζωογονηθεί μια στάσιμη οικονομία. Αλλά δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί ο ρυθμός κερδοφορίας του κεφαλαίου καθ’ αυτόν τον τρόπο και κατά συνέπεια να διαιωνιστούν οι συνθήκες της ευημερίας. Ήταν λοιπόν απλά θέμα χρόνου μέχρι ο μηχανισμών των κρίσεων της καπιταλιστικής παραγωγής να επιβεβαιωθεί ξανά. Είναι προφανές ότι η απλή διαθεσιμότητα πίστωσης ώστε να επεκταθεί η παραγωγή δεν αποτελεί λύση για την κρίση, αλλά μια εφήμερη αντανακλαστική πολιτική με μόνο προσωρινά “θετικά” αποτελέσματα. Αν δεν ακολουθηθεί από μια αυθεντική ανάκαμψη του κεφαλαίου, με βάση μεγαλύτερη κερδοφορία, είναι αναγκασμένη να καταρρεύσει από μόνη της. Το “Κεϋνσιανό αντίδοτο” έχει οδηγήσει απλώς σε μια νέα κατάσταση κρίσης με αυξανόμενη ανεργία και αύξοντα πληθωρισμό -και τα δυο εξίσου επιζήμια για το καπιταλιστικό σύστημα.

Η παρούσα κρίση δεν έχει φτάσει ακόμα το επίπεδο των αναταραχών που, στη δεκαετία του 1930, οδήγησαν απ’ την ύφεση στον πόλεμο. Παρά το ότι δεν μπορούν να ξεπεράσουν την τρέχουσα κρίση, τα μέτρα για την αντιμετώπιση της ύφεσης ανακουφίζουν σε κάποιον βαθμό την κοινωνική αθλιότητα που προκαλείται απ’ την πτώση της οικονομικής δραστηριότητας. Όμως, σε μια στάσιμη καπιταλιστική οικονομία, αυτά τα μέτρα γίνονται τα ίδια παράγοντες περαιτέρω επιδείνωσης. Καθιστούν πιο δύσκολη την ανάκτηση ενός οριακού σημείου για μια νέα άνοδο. Επίσης, ο βαθμός της διεθνούς “ενσωμάτωσης” της καπιταλιστικής οικονομίας, μέσω των φιλελεύθερων εμπορικών πολιτικών και των νομισματικών συμφωνιών, υπονομεύεται σταθερά από το βάθεμα της ύφεσης. Τάσεις προστατευτισμού διαταράσσουν την παγκόσμια αγορά ακόμη περισσότερο. Καθώς η ύφεση δεν μπορεί να ξεπεραστεί, παρά μόνον εις βάρος του εργαζόμενου πληθυσμού, η αστική τάξη θα πρέπει να δοκιμάσει όλα τα διαθέσιμα μέσα, οικονομικά όσο και πολιτικά, προκειμένου να υποβαθμίσει το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Η άυξηση της ανεργίας, αν και βοηθά, δεν είναι ικανή να περικόψει αποτελεσματικά τους μισθούς και να αυξήσει την κερδοφορία του κεφαλαίου. Τα εισοδήματα όλων των στρωμάτων της κοινωνίας πλην των καπιταλιστικών θα πρέπει να μειωθούν, η λεγόμενη κοινωνική πρόνοια να συρρικνωθεί, σε μια προσπάθεια να αυξηθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου πάνω από ένα νέο όριο που θα επιτρέπει την περαιτέρω επέκταση. Αν και ένα γρήγορο ανέβασμα του πληθωρισμού έχει ένα τέτοιο αποτέλεσμα, είναι περιορισμένο λόγω της αύξουσας αναρχίας της καπιταλιστικής παραγωγής και της κοινωνίας εν γένει. Ως μόνιμη πολιτική θα μπορούσε να απειλήσει την ίδια την ύπαρξη του συστήματος.


Ερώτηση: Σ’ αυτά τα πλαίσια, πώς βλέπετε τον ρόλο της Αριστεράς, και ιδιαίτερα του Κομμουνιστικού Κόμματος; Ποιά η έννοια του ευρωκομμουνισμού;

Απάντηση: Πρέπει να διακρίνει κανείς μεταξύ μιας “αντικειμενικά αριστεράς” στην κοινωνία, που είναι το προλεταριάτο ως τέτοιο, και της οργανωμένης αριστεράς που δεν είναι απαραίτητα προλεταριακής φύσης. Μέσα στην οργανωμένη αριστερά, σε κάθε περίπτωση στην Ιταλία, το ΚΚ κρατά την κυρίαρχη θέση. Σ’ αυτήν τη συγκεκριμένη στιγμή, πιθανότατα καθορίζει τις “αριστερές πολιτικές” παρά την αντίθεση άλλων οργανώσεων στα αριστερά ή τα δεξιά του. Αλλά το ΚΚ δεν είναι μια κομμουνιστική οργάνωση με την παραδοσιακή έννοια. Εδώ και καιρό έχει μετατραπεί σε έναν σοσιαλδημοκρατικό σχηματισμό, ένα ρεφορμιστικό κόμμα, που βρίσκεται σαν στο σπίτι του εντός του καπιταλιστικού συστήματος κι ως εκ τούτου προσφέρει τον εαυτό του ως μηχανισμό στήριξης. Πρακτικά, υπάρχει για να εξυπηρετεί τις αστικές φιλοδοξίες της ηγεσίας του και τις ανάγκες της γραφειοκρατίας του, μεσολαβώντας μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου προκειμένου να διασφαλίσει την τρέχουσα κατάσταση πραγμάτων. Το γεγονός της μεγάλης εργατικής βάσης του είναι ενδεικτικό της ανετοιμότητας ή της απροθυμίας των εργαζομένων να ανατρέψουν το καπιταλιστικό σύστημα, και του πόθου τους, αντ’ αυτού, να βολευτούν μέσα σ’ αυτό. Η ψευδαίσθηση ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό, ενισχύει τις καιροσκοπικές πολιτικές του ΚΚ. Επειδή μια παρατεταμένη ύφεση, θα απειλούσε να τινάξει στον αέρα το καπιταλιστικό σύστημα, είναι ουσιώδες για το ΚΚ, όπως και για κάθε άλλη ρεφορμιστική οργάνωση, να βοηθήσει την αστική τάξη να ξεπεράσει τις συνθήκες της κρίσης. Κατά συνέπεια, είναι αναγκασμένοι να εμποδίζουν τις δράσεις της εργατικής τάξης που θα μπορούσαν να καθυστερήσουν, ή να εμποδίσουν μια καπιταλιστική ανάκαμψη. Οι ρεφορμιστικές και καιροσκοπικές πολιτικές τους αποκτούν έναν ανοιχτά αντεπαναστατικό χαρακτήρα μόλις το σύστημα τίθεται σε κίνδυνο από τις δραστηριότητες της εργατικής τάξης που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν εντός του καπιταλιστικού συστήματος σε συνθήκες κρίσης.

Ο “Ευρωκομμουνισμός” που πλασάρει το ΚΚ είναι άνευ νοήματος, καθώς ο κομμουνισμός δεν είναι γεωγραφική αλλά κοινωνική κατηγορία. Αυτός ο κενός όρος σηματοδοτεί  μια προσπάθεια εκ μέρους των ευρωπαϊκών κομμουνιστικών κομμάτων να διαφοροποιήσουν τις σημερινές πολιτικές τους απ’ αυτές του παρελθόντος. Αποτελεί μια δήλωση ότι ο παλιός και ξεχασμένος στόχος του κρατικού καπιταλισμού, έχει εγκαταληφθεί προς όφελος μιας μεικτής οικονομίας του σημερινού καπιταλισμού. Ο “Ευρωκομμουνισμός” είναι ένα αίτημα για επίσημη αναγνώριση και πλήρη ενσωμάτωση στο καπιταλιστικό σύστημα, που συνεπάγεται φυσικά, μια ενσωμάτωση στα διάφορα έθνη-κράτη που απαρτίζουν την ευρωπαϊκή ζώνη. Είναι ένα αίτημα για περισσότερες “αρμοδιότητες” εντός του πλαισίου του καπιταλιστικού συστήματος και των κυβερνήσεών του, και μια δέσμευση να μη διαταράξουν έναν ελάχιστο βαθμό συνεργασίας μεταξύ των καπιταλιστικών εθνών στα ευρωπαϊκά πλαίσια, καθώς και να απέχουν από κάθε είδους δραστηριότητα που μπορεί να διαταράξει τη φαινομενική συναίνεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Δε συνεπάγεται μια ριζική ρήξη με τις κρατικοκαπιταλιστικές χώρες του κόσμου, αλλά απλώς τη διαπίστωση ότι κι αυτές οι χώρες επίσης, δεν ενδιαφέρονται για την επέκταση του κρατικοκαπιταλιστικού συστήματος με επαναστατικά μέσα, αλλά μάλλον για μια πλήρη ενσωμάτωση στην καπιταλιστική παγκόσμια αγορά, παρά τις υπόλοιπες κοινωνικο-οικονομικές διαφορές μεταξύ των συστημάτων του ιδιωτικού και του κρατικού καπιταλισμού.


Ερώτηση: Τί δυνατότητες υπάρχουν για επαναστατική δράση, ή για δράση προετοιμασίας για μια μελλοντική επανάσταση; Ποιές δυνατότητες βλέπετε στους εργάτες, τους ανέργους, τους φοιτητές, τις ακροαριστερές ομάδες;

Απάντηση: Οι επαναστατικές δράσεις στρέφονται κατά του συστήματος ως σύνολο – για την ανατροπή του. Αυτό προϋποθέτει μια γενική αποδιοργάνωση της κοινωνίας, η οποία ξεφεύγει από κάθε πολιτικό έλεγχο. Μέχρι στιγμής, τέτοιες επαναστατικές δράσεις έχουν συμβεί μόνο σε σχέση με κοινωνικές καταστροφές, όπως αυτές που εξαπέλυσαν χαμένοι πόλεμοι και οι σχετικές οικονομικές καταρρεύσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι τέτοιες καταστάσεις αποτελούν και απόλυτες προϋποθέσεις για την επανάσταση, αλλά είναι ενδεικτικό του βαθμού της κοινωνικής αποσύνθεσης που προηγείται των επαναστατικών ξεσηκωμών. Η επανάσταση πρέπει να περιλαμβάνει την πλειοψηφία του ενεργού πληθυσμού. Δεν είναι κάποια ιδεολογία αλλά η αναγκαιότητα που θέτει τις μάζες σε επαναστατική κίνηση. Οι δραστηριότητες που προκύπτουν παράγουν τη δική τους επαναστατική ιδεολογία, δηλαδή μια αντίληψη του τί πρέπει να γίνει για να νικήσει ο αγώνας ενάντια στους υπερασπιστές του συστήματος. Προς το παρόν, οι πιθανότητες για επαναστατική δράση είναι εξαιρετικά χαμηλές, καθώς οι πιθανότητες επιτυχίας είναι πρακτικά μηδαμινές. Χαρις στις προηγούμενες εμπειρίες, οι άρχουσες τάξεις περιμένουν μια επαναστατική δραστηριότητα και έχουν εξοπλιστεί καταλλήλως. Η στρατιωτική ισχύς τους δεν απειλείται ακόμα από εσωτερική λιποταξία. Πολιτικά έχουν ακόμα την υποστήριξη των μεγάλων εργατικών οργανώσεων και της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Δεν έχουν εξαντλήσει ακόμα τους μηχανισμούς χειραγώγησης της οικονομίας, και παρά τον αύξοντα διεθνή ανταγωνισμό για τα συρρικνούμενα κέρδη της οικονομίας της εργασίας, είναι ενωμένοι παγκόσμια ενάντια στις προλεταριακές εξεγέρσεις οπουδήποτε κι αν συμβούν. Σ’ αυτό το κοινό μέτωπο βρίσκονται επίσης τα λεγόμενα σοσιαλιστικά καθεστώτα, προκειμένου να υπερασπιστούν τις δικές τους ταξικές σχέσεις εκμετάλλευσης.

Ενώ μια σοσιαλιστική επανάσταση σ’ αυτό το στάδιο ανάπτυξης φαίνεται κάτι παραπάνω από αμφίβολη, το σύνολο των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνει η εργατική τάξη για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της διαθέτουν έναν εν δυνάμει επαναστατικό χαρακτήρα καθώς ο καπιταλισμός περνάει σε μια κατάσταση παρακμής που ενδέχεται να διαρκέσει για αρκετό καιρό. Κανείς δεν είναι ικανός να προβλέψει τις διαστάσεις της ύφεσης λόγω έλλειψης των σχετικών δεδομένων. Όμως ο καθένας έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματική κρίση και αναγκάζεται ν’ αντιδράσει σ’ αυτήν, η αστική τάξη το κάνει με τον τρόπο της, η εργατική τάξη με αντίθετους τρόπους. Σε περιόδους σχετικής οικονομικής σταθερότητας ο αγώνας των εργαζομένων επιταχύνει τη συσσώρευση του κεφαλαίου, αναγκάζοντας την αστική τάξη να υιοθετήσει πιο αποτελεσματικούς τρόπους αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, προκειμένου να διατηρήσει το απαραίτητο ποσοστό κέρδους. Οι μισθοί μπορεί να αυξάνονται μαζί με τα κέρδη, χωρίς κάτι τέτοιο να διαταράσσει την επέκταση του κεφαλαίου. Μια ύφεση όμως, φέρνει αυτήν την ταυτόχρονη (αν και δυσανάλογη) αύξηση μισθών και κερδών σ’ ένα τέλμα. Η κερδοφορία του κεφαλαίου πρέπει να αποκατασταθεί προτού η συσσωρευτική διαδικασία μπορέσει να συνεχιστεί. Η πάλη μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου τώρα αγκαλιάζει την ίδια την ύπαρξη του συστήματος, προσδεδεμένο καθώς είναι στη διαρκή επέκταση. Αντικειμενικά, η κανονική οικονομική πάλη παίρνει επαναστατικές προεκτάσεις κι έτσι, πολιτικές μορφές, καθώς μια τάξη μπορεί να πετύχει κάτι μόνο εις βάρος της άλλης. Η εργατική τάξη δε χρειάζεται να αντιλαμβάνεται τον αγώνα της ως τον δρόμο προς την επανάσταση, εντός μιας κατάστασης επίμονης καπιταλιστικής παρακμής ο αγώνας της παίρνει επαναστατική χροιά, άσχετα από κάθε συνειδητοποίηση.

Φυσικά, οι εργαζόμενοι μπορεί να είναι έτοιμοι ν’ αποδεχθούν, εντός κάποιων ορίων, ένα ολοένα και μικρότερο μερίδιο του κοινωνικού προϊόντος, έστω και μόνο για να αποφύγουν τα δεινά μιας ανοιχτής σύγκρουσης με την αστική τάξη και το κράτος της. Όμως αυτό δεν είναι αρκετό για να φέρει μια νέα οικονομική ανάκαμψη κι ως εκ τούτου δεν είναι αρκετό για να κάμψει την διογκούμενη ανεργία. Αυτό το χάσμα μεταξύ εργαζομένων και ανέργων, αν και αποτελεί αναγκαιότητα για το κεφάλαιο, αποβαίνει πραγματικό δίλημμα για τον καπιταλισμό, φέροντας μια σταθερά αυξανόμενη ανεργία σε συνθήκες οικονομικής στασιμότητας και παρακμής. Αν κάποιος επιθυμεί να προτείνει στους εργαζόμενους πώς να αντιδράσουν στο βάθεμα της κρίσης, το μόνο που θα αρκούσε να πεί θα ήταν να οργανωθούν τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι άνεργοι σε οργανώσεις υπό τον δικό τους άμεσο έλεγχο, και να αγωνιστούν για τις άμεσες ανάγκες τους, ασχέτως της κατάστασης της οικονομίας και της ταξικής συνεργασίας του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος. Με άλλα λόγια, να αγωνιστούν στην πάλη των τάξεων όπως αγωνίζεται η αστική τάξη. Το πλεονέκτημα είναι με την πλευρά της αστικής τάξης, καθώς ο κρατικός μηχανισμός μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο από μια ισχυρότερη δύναμη, που, αρχικά τουλάχιστον, μπορεί να είναι η διαρκής διαταραχή της παραγωγικής διαδικασίας, που αποτελεί τη βάση κάθε καπιταλιστικής εξουσίας, και οι ακατάβλητες δραστηριότητες των ανέργων να πάρουν απ’ την αστική τάξη τα μέσα της επιβίωσής τους. Όσον αφορά τους ριζοσπάστες φοιτητές και τις επαναστατικές ομάδες, προκειμένου να είναι αποτελεσματικές, πρέπει να διαχέονται στα κινήματα των εργαζομένων και των ανέργων. Όχι για να προπαγανδίσουν κάποιο ιδιαίτερο δικό τους πρόγραμμα, αλλά για να εκφράζουν σε κάθε περίπτωση το νόημα της επικείμενης ταξικής πάλης και τις κατευθύνσεις που πρέπει να πάρει λόγω των εγγενών νόμων της καπιταλιστικής παραγωγής.

Ερώτηση: Ποιό ρόλο αποδίδετε στη βία, και συγκεκριμένα στον ένοπλο αγώνα, στη ριζοσπαστική δραστηριότητα;

Απάντηση: Δεν πρόκειται για ένα ερώτημα που μπορεί να απαντηθεί αποδίδοντας στη βία έναν θετικό ή έναν αρνητικό ρόλο. Η βία είναι εγγενής στο σύστημα κι ως εκ τούτου αναγκαία τόσο για το κεφάλαιο όσο και για την εργασία. Έτσι, η αστική τάξη μπορεί να υπάρξει μόνο χάρη στην έλεγχο επί των μέσων παραγωγής, είναι λοιπόν υποχρεωμένη να υπερασπιστεί αυτόν τον έλεγχό της με μέσα όχι αποκλειστικά οικονομικά, μέσω του μονοπωλίου της επί των μέσων καταστολής επίσης. Ήδη μια άρνηση της εργασίας καθιστά την κατοχή των μέσων παραγωγής άνευ νοήματος, καθώς δεν είναι παρά η διαδικασία της εργασίας που παράγει καπιταλιστικό κέρδος. Ένας “καθαρά οικονομικός” αγώνας μεταξύ της εργασίας και του κεφαλαίου είναι λοιπόν εκτός της συζήτησης. Η αστική τάξη θα συμπληρώνει πάντα με βία αυτόν τον αγώνα όποτε νιώθει πως η ύπαρξή του απειλεί σοβαρά την κερδοφορία του κεφαλαίου. Δεν επιτρέπει η ίδια στους εργάτες να επιλέξουν μεταξύ μή βίαιων και βίαιων μεθόδων ταξικού αγώνα. Είναι η αστική τάξη, έχοντας στα χέρια της τον κρατικό μηχανισμό, που αποφασίζει τί απ’ τα δύο θα ισχύσει σε κάθε περίπτωση. Η βία μπορεί να απαντηθεί μόνο με βία, ακόμα κι αν τα όπλα που επιστρατεύονται είναι εξαιρετικά άνισα. Δεν τίθεται θέμα αρχών εδώ, είναι απλά η πραγματικότητα της κοινωνικής ταξικής δομής.

Ωστόσο, το ζήτημα που μπαίνει εδώ είναι εάν τα ριζοσπαστικά στοιχεία στους αντικαπιταλιστικούς αγώνες θα πρέπει να πάρουν την πρωτοβουλία στη χρήση βίας, αντί να αφήσουν την απόφαση στην αστική τάξη και τους μισθοφόρους της. Μπορεί να υπάρξουν καταστάσεις, φυσικά, που η αστική τάξη θα πιαστεί απροετοίμαστη κι όπου μια βίαιη σύγκρουση με τις ένοπλες δυνάμεις της μπορεί να οφελήσει τους επαναστάτες. Όμως ολόκληρη η ιστορία των ριζοσπαστικών κινημάτων δείχνει καθαρά πως τέτοια τυχαία συμβάντα δεν έχουν σταθερό αποτέλεσμα. Με στρατιωτικούς όρους, η αστική τάξη θα έχει πάντοτε το πάνω χέρι, εκτός εάν το επαναστατικό κίνημα πάρει τέτοιες διαστάσεις που να επηρεάζει τον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό, διχάζοντας ή διαλύοντας τις ένοπλες δυνάμεις του. Είναι μόνο σε συνδυασμό με τα μεγάλα μαζικά κινήματα, που διαταράσσουν ολοκληρωτικά τον κοινωνικό ιστό, που γίνεται εφικτό να αποσπάσει τα μέσα καταστολής και μαζί τους τα μέσα παραγωγής από τις άρχουσες τάξεις.

Η ματαιότητα της άνισης στρατιωτικής αντιπαράθεσης δε στάθηκε ποτέ ικανή από μόνη της να αποτρέψει τη διεξαγωγή τους. Εγείρονται ωστόσο καταστάσεις, όπου τέτοιες αντιπαραθέσεις δίνουν το έναυσμα για σπουδαιότερα πράγματα και μπορεί να οδηγήσουν σε μαζικά κινήματα, όπως είναι γενικά οι προϋποθέσεις για την επαναστατική βία. Είναι γι αυτόν τον λόγο που είναι τόσο επικίνδυνο να επιμένει κανείς πάνω στην μη-βία και να καθιστά τη βία αποκλειστικό προνόμιο της άρχουσας τάξης. Όμως εδώ μιλούμε για κρίσιμες καταστάσεις, όχι σαν αυτές που υφίστανται σήμερα [1977] στις καπιταλιστικές χώρες, κι επίσης για ευρείες και ικανώς εξοπλισμένες ένοπλες δυνάμεις ικανές να διεξάγουν τον αγώνα τους για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα. Απουσία τέτοιων κρίσιμων καταστάσεων, οι δράσεις αυτές δεν είναι τίποτα παραπάνω από συλλογικές αυτοκτονίες, καθόλου ανεπιθύμητες για την αστική τάξη. Μπορεί μάλιστα να τις εκτιμήσει σε ηθικό ή αισθητικό επίπεδο, παρολαυτά δεν εξυπηρετούν τους σκοπούς της προλεταριακής επανάστασης, παρά μόνο την αναζήτηση μιας θέσης στο επαναστατικό φολκόρ.

Για τους επαναστάτες είναι ψυχολογικά αρκετά δύσκολο, αν όχι απίθανο, να υψώσουν τις φωνές τους ενάντια στην μάταιη εφαρμογή της “επαναστατική δικαιοσύνης” από τερροριστικές ομάδες και άτομα. Ακόμα και ο Μαρξ, που απεχθανόταν κάθε μορφή μηδενιστικής δράσης, δεν μπορούσε να αποφύγει να συνεπαρθεί από τα τερροριστικά χτυπήματα της ρωσσικής “Λαϊκής Θέλησης”. Πράγματι, η αντι-τρομοκρατία των επαναστατικών ομάδων δεν μπορεί να αποφευχθεί απλά και μόνο αναγνωρίζοντας την ματαιότητά της. Οι δράστες της δεν κινητοποιούνται απ’ την πεποίθηση ότι οι δράσεις τους θα οδηγήσουν άμεσα στην κοινωνική αλλαγή, αλλά απ’ την ανικανότητά τους να αποδεχθούν το αδιαμφισβήτητο της διαρκούς τρομοκρατίας της αστικής τάξης. Κι απ’ τη στιγμή που θα εμπλακούν στην παράνομη τρομοκρατία, οι νόμιμες τρομοκρατικές δυνάμεις θα τους αναγκάσουν να συνεχίσουν τις δράσεις τους μέχρι το πικρό τέλος. Αυτός ο τύπος ανθρώπων είναι ο ίδιος προϊόν της ταξικά διαχωρισμένης κοινωνίας και μια απάντηση στην αύξουσα αποκτήνωσή της. Δεν υπάρχει νόημα στη διαμόρφωση μιας συναίνεσης με την αστική τάξη, και την καταδίκη των δράσεών τους από προλεταριακή προοπτική. Είναι αρκετό να αναγνωρίσουμε την ματαιότητά τους και να αναζητήσουμε πιο αποτελεσματικούς τρόπους ξεπεράσματος του πανταχού παρόντα καπιταλιστικού τρόμου, μέσα από τις ταξικές δραστηριότητες του προλεταριάτου.

17 Σεπ 2011

Η ελευθερία όπως την ξέρουν


"Οι άνθρωποι έχουν τόσο χειραγωγήσει την έννοια της ελευθερίας ώστε στο τέλος να φτάνει να σημαίνει το δικαίωμα των ισχυροτέρων και των πλουσιοτέρων να παίρνουν απ' τους πιο αδύναμους και φτωχότερους ό,τι έχουν ακόμα στα χέρια τους. Οι προσπάθειες να αλλάξει αυτό αντιμετωπίζονται ως αξιόμεμπτες εισβολές στον χώρο της ίδιας της ατομικότητας που, με την λογική της ελευθερίας αυτής, έχει αποσυντεθεί σε ένα διαχειριστικού τύπου κενό. Αλλά το αντικειμενικό πνεύμα της γλώσσας γνωρίζει καλύτερα. Τα γερμανικά και τα αγγλικά κρατούν την λέξη "ελεύθερο" για πράγματα και υπηρεσίες που δεν κοστίζουν τίποτε. Πέρα απ' την κριτική της πολιτικής οικονομίας, αυτό μαρτυρά την ανελευθερία που ενυπάρχει στην ίδια την ανταλλακτική σχέση· δεν υπάρχει ελευθερία όσο τα πάντα έχουν την τιμή τους, και στην πραγμοποιημένη κοινωνία τα πράγματα που εξαιρούνται από τον μηχανισμό των τιμών υπάρχουν μόνο ως αξιοθρήνητα απομεινάρια. Με μια προσεκτικότερη εξέταση ανακαλύπτεται ότι και αυτά έχουν τελικά την τιμή τους, ότι είναι προσφορές που δίνονται πακέτο με εμπορεύματα ή τουλάχιστο με την ωμή κυριαρχία: τα πάρκα κάνουν τις φυλακές περισσότερο ανεκτές για αυτούς που δεν είναι κλεισμένοι σ' αυτές. Για ανθρώπους με ελεύθερο, αυθόρμητο, ήρεμο και ατάραχο χαρακτήρα όμως, για αυτούς που αντλούν την ελευθερία ως προνόμιο απ' την ανελευθερία, η γλώσσα επιφυλάσσει σε ετοιμότητα ένα κατάλληλο όνομα: αυτό της αναίδειας."
 
"Μηνύματα μέσα σε μπουκάλι"
Th. Adorno

12 Ιουλ 2011

σημείωση από το canto cxvii

Αγάπη μου, αγάπη μου

τι αγαπώ;
    
         και που είσαι εσύ;

Γιατί έχασα το κέντρο μου
         πολεμώντας τον κόσμο

Τα όνειρα γκρεμίζονται
               και συγκρούονται

και εγώ προσπάθησα να φτιάξω
                  
ένα paradiso terrestre

14 Ιουν 2011

γράμμα από πολύ κοντά


το ικα και η ... που τους δέρνει

Οι ρόδες είναι αναπόσπαστο τμήμα της ζωής κάποιων. Γελάνε, ταξιδεύουν, ονειρεύονται, επιτίθενται ….Μην τους το πάρεις την πάτησες.

Είναι δώρο που’ρχεται να φτύσει παλιές συνήθειες … να δείξει κατάμουτρα σε κάποιους άλλους, πως οι ζωές των ανθρώπων, ειδικά και γενικά, έχει αξία. Μ’ ένα νέο τρόπο κ περιεχόμενο πια. Που, αν μη τι άλλο, ο νέος αυτός τρόπος σου δείχνει πιο ξεκάθαρα, πως ούτε λαμόγιο χρειάζεται νά’σαι για να επιβιώσεις, ούτε να ορίζεσαι απ’την καλή θέληση μίζερων εθελοντών ψευτοανθρωπιάς.

το ζήτημα  δεν είναι να διαπιστώσουμε πως οι άνθρωποι ζουν λιγότερο ή περισσότερο φτωχά, αλλά πως ζουν πάντα μ’ έναν τρόπο που τους διαφεύγει

Το πρώτο που μαθαίνει κανείς λοιπόν ρολάροντας είναι να στέκεται στα πόδια του. Με λίγα, αλλά απαραίτητα και αναγκαία, πρακτικά εργαλεία και βοηθήματα, που του προσφέρει η τεχνολογία. Για παράδειγμα ειδικό αμαξίδιο, μαξιλάρι, γερανούς, ορθοστάτες …. Δεν μιλάμε για πολυτέλειες, αλλά απλά για το αυτονόητο. Αυτά λοιπόν τα εργαλεία – βοηθήματα κατά κάποιον τρόπο και κατά κάποιο ποσοστό συμμετοχής τα παρέχει ή τα ψευτοκαλύπτει το ικα. Που θυμίζουμε σε όλους πως προκειται για ταμείο ασφάλισης. Ασφάλιση λοιπόν είναι εκείνη η δεδομένη παροχή, που ενώ δουλεύεις, ήδη πληρώνεις (σου κρατάνε από τον μισθό σου) την πιθανότητα εκείνη που πάθεις κάτι, που αρρωστήσεις. Οπότε μιλάμε για χρήματα δικά σου, η σαφέστερα χρήματα που, ενώ δεν έχεις μία, το αφεντικό σου με πόνο και όταν δεν μπορεί να σε αναγκάσει να δουλέψεις μαύρα, καταθέτει στον ανάλογο φορέα, το ίκα π.χ.

το ζήτημα δεν είναι να διαπιστώνεις αλλά να επιτίθεσαι

Μετά απ’τις στοιχειώδεις αυτές επισημάνσεις, που και ο πιο χαζός τις αντιλαμβάνεται με την μία, συνέβη το εξής ευφάνταστο.

Η διοίκηση του ίκα αποφάσισε να κόψει τις παροχές πάνω σ’ αυτα τα εργαλεία – βοηθήματα. Φυσικά επειδή η χώρα χρωστάει και χρειάζεται εξυγίανση δημόσιων φορέων κλπ κλπ. Κόβει λοιπόν κατά το ήμισυ καρότσια, μαξιλάρια ενάντια σε κατακλίσεις, ορθοστάτες ……… Κόβει δηλ. κάτι που εγώ και συ το ‘χουμε πληρώσει έτσι κ αλλιώς, κάτι που δεν ξέρει καν σε τι χρησιμεύει, κόβει εκεί που τον παίρνει, κόβει εκεί που δεν του πέφτει λόγος.

στις μέρες μας όμως η θεαματική φτώχεια δίνει αγώνα ανάσας, με σκοπό να προηγηθεί απ΄την κυριολεκτική φτώχεια. Αυτήν της έλλειψης βιωτικών πόρων.

Τα πράγματα είναι απλά.

-τίποτα που δίνει το ίκα δεν το παίρνουμε, επειδή μας χαρίζεται. Είναι ήδη δουλεμένο, πληρωμένο.

-η διοίκηση του ίκα να μειώσει κατά το ήμισυ και βάλε ... τους μισθούς που κοπανάει, τις εκδουλέυσεις σε κάθε έμπορα φαρμάκων κ βοηθημάτων, τις ουρές ασθενών που ποδοπατούνται για ένα ραντεβού, τα παιδιά τους κ τανήψια τους, που αποτελούν το προσωπικό τους, το να υπάρχει ως τέτοια…..

-στην γενικότερη λογική του ότι η χώρα χρωστάει, ο κάθε μπατίρης ασφαλισμένος, που ήδη δεν έχει μία, που ήδη δηλ. χρωστάει, βρίσκεται υπόλογος. Πως δεν πάμε καλά και τέτοια … Μα, αν ασφαλίζεις τα γερατειά κ την αρρώστια σου, μόνος σου στο ίκα, ήδη τα πράγματα δεν πάνε καλά. Γιατί απλά μια ζωή θα δουλεύεις, κ μάλιστα θα δουλεύεις για το τίποτα…

-ας την ψάξει κανείς με όλους τους μεγαλοέμπορους αναπηρικών ειδών για παράδειγμα, που τα μαγαζιά τους μοιάζουν με εμπορικά κέντρα. Ας την ψάξει κανείς με τους φραγκάτους, μ’ αυτούς που η ασφάλιση τους ακούγεται σαν ανέκδοτο .

-ας την ψάξει η διόικηση του ίκα με τον εαυτό της

ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΕΙΣ ΤΗΝ ΒΛΑΚΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΑΥΤΟΥ

ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΦΗΝΕΙΣ ΝΑ ΣΟΥ ΠΕΡΝΟΥΝ Ο,ΤΙ ΘΕΛΟΥΝ Κ ΜΑΛΙΣΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΠΩΣ ΧΡΩΣΤΑΣ ΕΝΩ ΣΟΥ ΧΡΩΣΤΑΝΕ

ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΠΑΡΑΚΑΛΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ ΑΝΤΙ ΝΑ ΤΟ ΑΡΠΑΖΕΙΣ


το ζήτημα δεν είναι να διαπιστώνεις αλλά να επιτίθεσαι



γενική συνέλευση αμεα αθήνας, λισαβώνας, αμβέρσας
ταξιαρχεία χέμινγουει
(κουτσός διεθνής περιηγητής )
                                  

15 Απρ 2011

Αν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι το μέλλον θα είναι ζοφερό αυτό είναι επειδή το μέλλον είναι ήδη εδώ. Το συναντάμε καθημερινά παρατηρώντας την ζωή να στριμώχνεται ανάμεσα στα δάνεια, στους καβγάδες στο σπίτι, στις επισκέψεις στον γιατρό, στο ίδιο και απαράλλαχτο καθημερινό ξύπνημα, στην ουρά για το τρόλλευ, στην ανυπόφορη κίνηση στους δρόμους, στην δουλειά, στις συμβουλές των γιατρών για όχι παραπάνω από δύο ποτηράκια το βράδυ, στην ανησυχία για τους λογαριασμούς, στις ακυρωμένες διακοπές ... με λίγα λόγια: στην κλειστοφοβία.

Η απάντηση μας: γνωστή εδώ και χρόνια. 



31 Μαρ 2011

Κάτι παλιότερο για τους νεότερους


"Με την πρωταρχική του συσσώρευση, ο καπιταλισμός αδειάζει τα πορτοφόλια, τα σπίτια, τα χωράφια, και τα μαγαζιά των ανθρώπων, και τους μετατρέπει σε πένητες, ενδείς, άκληρους, χωρίς αποθέματα (sans reserves).

Η αθλιότητα αυξάνεται και ο πλούτος συγκεντρώνεται, γιατί υπάρχει μια δυσανάλογη αύξηση στον απόλυτο και σχετικό αριθμό άκληρων προλετάριων που πρέπει κάθε μέρα να τρώνε, ό,τι κάθε μέρα κερδίζουν.

Αυτό το οικονομικό φαινόμενο δεν αλλάζει αν κάποια μέρα οι μισθοί ορισμένων εξ' αυτών, σε συγκεκριμένα επαγγέλματα, τους επιτρέψουν το μπουρδέλο, το σινεμά, και την (!) απόλαυση: μια συνδρομή στον "Ριζοσπάστη".

Το προλεταριάτο δεν γίνεται φτωχότερο όταν πέφτουν οι μισθοί, ούτε πλουσιότερο όταν οι μισθοί αυξάνονται και οι τιμές πέφτουν. Δεν είναι πλουσιότερο όταν εργάζεται, από ότι όταν είναι άνεργο. Όποιος έχει ξεπέσει στην τάξη των μισθωτών, είναι φτωχός με έναν απόλυτο τρόπο."

Α. Μπορντίγκα

6 Φεβ 2011

Τζαμπατζήδες όλου του κόσμου ενωθείτε





O γνωστός κοιλαράς υπουργός συγκοινωνιών Ρέππας δήλωσε πρόσφατα ότι «οι τζαμπατζήδες που δεν θέλουν να πληρώσουν εισιτήριο περιμένουν να τους το πληρώσουν κάποιοι άλλοι». Με την ευκαιρία αυτής της προκήρυξης, δηλώνουμε δημοσίως σ’ αυτό το λαμόγιο ότι τα  πράγματα είναι ακριβώς έτσι όπως τα λέει: πιστεύουμε ότι έφτασε πλέον η ώρα, μετά από ένα χρόνο τρομοκρατίας και προπαγάνδας γύρω από το «δημόσιο χρέος», η τάξη του να πληρώσει όλα μας τα χρέη και τα έξοδα διαβίωσης.


Οι προκηρύξεις, σαν κι αυτή, μπορεί να είναι χρήσιμες επίσης για να διευκρινίζονται κάποιοι τρέχοντες πολιτικοί όροι. Λέμε, π.χ., «οι αβανταδόροι της πολιτικής» ή «τα λαμόγια της πολιτικής», σαν τον Ρέππα, ας πούμε. Αυτή η φράση έχει δύο σημασίες. Σημαίνει α) τα άτομα που συντηρούνται από ύποπτα κέρδη και β) τα άτομα που βοηθάνε με τον τρόπο τους, που προσφέρουν αβάντα.

Α) Ο Ρέππας έχει συντηρηθεί κατά καιρούς και από ύποπτα κέρδη (βλ. μίζες Ζήμενς, την εποχή που ήταν υπουργός του Σημίτη) και από μη ύποπτα κέρδη (βλ. την εποχή που έσπρωχνε τους ηλίθιους να παίζουν στο χρηματιστήριο, όπου η τάξη του έκανε τη μεγαλύτερη πρωταρχική συσσώρευση των τελευταίων δεκαετιών το 1999). Μπορεί κάποιος να μας πει τώρα ότι σε καπιταλισμό ζούμε, τι ύποπτα τι μη ύποπτα, όλα κέρδη είναι. Πιστεύουμε ότι όσοι κάνουν τέτοιες παρατηρήσεις έχουν αρχίσει ήδη να καταλαβαίνουν πολύ καλά σε τι κόσμο ζούνε και, επιπλέον, έχουν πολλές πιθανότητες να μην τους ξαναπιάσουν κώτσους οι Καρατζαφέρηδες, οι Βορήδηδες, οι Σαμαράδες και οι Παπανδρέηδες (ο κατάλογος των παπατζήδων είναι ανεξάντλητος...).

Β) Όπως έλεγαν παλιά: «σπάνια παπατζής δουλεύει χωρίς αβανταδόρους». Μόνο που στην περίπτωση του Ρέππα ο παπατζής και ο αβανταδόρος (ή λαμόγιο) ταυτίζονται. Ο κοιλαράς πιστεύει ότι με το να κάνει προπαγανδιστικές δηλώσεις όπως αυτή που παραθέσαμε στην αρχή ή όπως η επόμενη ("άμα κάποιος έχει κάποιο τρόπο να αυξάνονται οι μισθοί, να αυξάνονται τα δρομολόγια των λεωφορείων, και να μην αυξάνεται το εισιτήριο τότε να μας το πει, μη χάσουμε αυτή τη σημαντική γνώση") θα μας αποστομώσει, ότι δήθεν δεν θα ξέρουμε τι να απαντήσουμε στις βλακείες του και ότι θα μας προσελκύσει στο γελοίο παιχνίδι της «σωτηρίας της πατρίδας» που παίζει η άθλια κυβέρνησή του. Κατ’ αρχήν, το ότι είχαμε την ατυχία να γεννηθούμε στον ίδιο τόπο μ’ αυτόν τον μαλάκα είναι ένα άσχημο παιχνίδι της μοίρας· δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να το διορθώσουμε εκτός ίσως από το να δηλώσουμε ότι εμείς μαζί μ’ αυτόν δεν έχουμε να υπερασπιστούμε καμμιά κοινή πατρίδα. Μπορεί να βρίσκαμε ίσως κάποια κοινά σημεία αν αυτός και η τάξη του αποφάσιζαν να μειώσουν τα κέρδη τους έτσι ώστε να αυξηθούν οι μισθοί μας και να είναι ελεύθερη η πρόσβαση στα νοσοκομεία και τα μέσα μαζικής μεταφοράς, ας πούμε. Από τη στιγμή όμως που αρνιούνται πεισματικά κάτι τέτοιο –και μάλιστα έχουν και το θράσος να αποκαλούν το γεγονός ότι μας κλέβουν «συνεισφορά υπέρ του να σωθεί η πατρίδα», δηλαδή ο κώλος τους- τότε οι απαιτήσεις μας θα γίνουν ακόμα μεγαλύτερες.

Ξεκινώντας από τα διόδια και τα εισιτήρια, να προεκτείνουμε την άρνηση πληρωμών ως τους λογαριασμούς της ΔΕΗ και του ΟΤΕ. Οι υπηρεσίες αυτές δεν ήταν ποτέ πραγματικά δημόσιες, αφού στον καπιταλισμό δεν υπάρχει τίποτα άλλο από ιδιωτικό και κρατικό κεφάλαιο. Δεν πληρώνουμε γιατί εμείς οι προλετάριοι τα δημιουργήσαμε όλα σ’ αυτόν τον κόσμο και τα έχουν ιδιοποιηθεί οι ιδιώτες καπιταλιστές, το κράτος και οι πολιτικοί. Όλος ο κοινωνικός πλούτος ανήκει σε μας· στον Ρέππα και στην τάξη του ανήκουν μόνο σφαλιάρες και κλωτσιές.

Έχουν το θράσος, ενώ μας έχουν κόψει τον άμεσο μισθό και έχουν κατακρεουργήσει τον έμμεσο (αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης, μείωση των συντάξεων, χαράτσι στα νοσοκομεία, αύξηση της τιμής των εισιτηρίων) να δηλώνουν κιόλας σε μας τους αντιστεκόμενους τζαμπατζήδες ότι «θα επεξεργαστούμε ένα πλαίσιο για τη δίωξη όποιων δεν πληρώνουν. Δεν μπορεί η επίπτωση να είναι μόνο ένα πρόστιμο. Δεν μπορούν να υπάρχουν δύο κατηγοριών πολίτες». (Χ.Τσιόκας, γενικός γραμματέας του υπουργείου Μεταφορών). Ήδη αυτή τη στιγμή υπάρχουν δύο κατηγοριών πολίτες: οι καπιταλιστές και οι συνεργάτες τους πολιτικοί και οι μαλάκες οι προλετάριοι που πληρώνουν συνέχεια. Τους πληροφορούμε ότι εκτός από το ότι θα μας κλάσουν τα αρχίδια με τις απειλές τους, τελικός μας στόχος είναι να πάψουν να υπάρχουν δύο κατηγορίες πολιτών, ξεκινώντας πρώτα από την κατάργηση του επαγγέλματος των κυρίων Ρέππα και Τσιόκα.

Σύντροφοι στην καθημερινή μιζέρια,

Γνωριζόμαστε φατσικά μόνο και μόνο γιατί στοιβαζόμαστε όλοι μαζί κάθε μέρα στα ίδια μέσα μαζικής μεταφοράς. Σπίτι-δουλειά-σπίτι-ψώνια με το παιδί-σπίτι-μοναξιά-άντε καμμιά ώρα ψευτοδιασκέδασης-και ξανά σπίτι-μαμ, κακά και νάνι- για να ξαναρχίσει το άλλο πρωί το ίδιο τροπάριο από την αρχή. Από το τζάμι του λεωφορείου ή του τρένου δεν βλέπουμε παρά μόνο την ιδιοποίηση και την καταστροφή του χώρου από το εμπόρευμα, την πολεοδομία και τις άλλες μορφές αστυνόμευσης.

Ας γίνουμε σύντροφοι στην άρνηση της μιζέριας μας.
Ας γνωριστούμε γιατί δώσαμε ο ένας το εισιτήριό του στον άλλο, γιατί ακόμα περισσότερο αρνούμαστε συλλογικά να πληρώσουμε και δεν εγκαταλείπουμε κανέναν στα χέρια των ελεγκτών. Ας σπάσουμε τη ρουτίνα της καθημερινής δουλειάς και ας αφήσουμε το μάτι και την επιθυμία να παρασυρθεί από αυτά που βλέπουμε από το τζάμι και μας τραβούν την προσοχή. Σήμερα, ας αλλάξουμε πορεία προς μια τυχαία και πολλά υποσχόμενη κατεύθυνση.

ΤΟ «ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ» ΔΕ ΜΑΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΙ
ΣΦΑΛΙΑΡΕΣ ΚΑΙ ΚΛΩΤΣΙΕΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΛΕΓΚΤΗ

ΣΑΛΤΑΡΙΣΜΕΝΟΙ ΕΠΙΒΑΤΕΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ
5/2/2011


τα αυτοκίνητα, οι βόμβες και ο κινηματογράφος συγκρατούν το όλον